Επιλογή Σελίδας

σειρά Lux Orbis

μία νέα σειρά βιβλίων από το iWrite.gr!
 

Lux Orbis

Φωτίζοντας τα σκοτάδια της ανθρωπότητας…

Πορευόμαστε σε εποχές όπου τα σκοτάδια απλώνουν και πάλι απειλητικά τη σκιά τους πάνω από την ανθρωπότητα, σε κάθε πτυχή του βίου μας: πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική… Στη χώρα μας τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται μεγεθυμένα, γεγονός που έχει καταφανέστατα επηρεάσει μία σειρά από παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα μας.

Η νέα σειρά βιβλίων των εκδόσεων iWrite, με την επωνυμία Lux Orbis (Το φως του κόσμου), αποπειράται να αναδείξει προοδευτικές ιδέες σύγχρονων στοχαστών, μα και λαμπρά, λησμονημένα έργα από την εποχή της νεωτερικότητας (17ος-20ος αιώνας). Απώτερος στόχος των εμπνευστών της φρέσκιας αυτής εκδοτικής προσπάθειας είναι να θέσει στο προσκήνιο της Δημόσιας Σφαίρας την ανάγκη για τον ερχομό ενός Νέου Διαφωτισμού, ο οποίος με τη σειρά του θα μπολιάσει την κοινωνία με πληροφορίες και ριζοσπαστικές θέσεις που θα βοηθήσουν να σηκωθεί και πάλι ο Ήλιος πάνω απ’ την Ελλάδα.

 

τα βιβλία της σειράς

[επιλεγμένα αποσπάσματα από την εισαγωγή του Μ. Παπαγεωργίου στο βιβλίο]

Την άνοιξη του 1821, τη στιγμή που η Επανάσταση έχει ήδη ξεσπάσει στη Μολδοβλαχία και οι πρώτες εστίες του ξεσηκωμού ανάβουν στην Πελοπόννησο, οι συντάκτες του διαφωτιστικού περιοδικού «Μέλισσα» από το Παρίσι, προκηρύσσουν στο τρίτο τεύχος του εντύπου έναν διαγωνισμό με αναπάντεχο –για τα σύγχρονα μάτια– θέμα: «Ποια και πόσα είναι τα κακά, όσα προξένησαν και έτι προξενούσιν εις το δυστυχές ημών γένος οι περισσότεροι των αρχιερέων, από Φωτίου του πατριάρχου μέχρι σήμερον; Ποιοι δε υπάρχουσιν οι κύριοι τρόποι, δι’ ων είναι δυνατόν να καταργηθή ο πανωλέθριος και φρικτός δεσποτισμός των αναξίων διαδόχων του φιλανθρώπου Ιησού και σωτήρος;». Η ανακοίνωση του διαγωνισμού υπογράφεται από συντάκτη που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Φιλόμουσος Ευθυφρονίδης Αθηναίος. Ο τελευταίος δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Αγαθόφρωνα Νικολόπουλο, ένας από τους ιθύνοντες νόες του περιοδικού και κορυφαίος εκπρόσωπος των Κοραϊστών στην πόλη του φωτός, την “ψυχή της Μέλισσας”, όπως τον χαρακτήρισε ο Κ.Θ. Δημαράς.

Το συγκλονιστικό αυτό ιστορικό τεκμήριο, σηματοδοτεί την κορύφωση της ιδεολογικής διαμάχης μεταξύ των Ελλήνων Διαφωτιστών και του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, μιας διαμάχης που εκφράστηκε ποικιλοτρόπως κατά τις δεκαετίες πριν από το ξέσπασμα της Επανάστασης και αφορούσε ως επί το πλείστον ζητήματα όπως η κατεύθυνση της ελληνικής παιδείας, η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και η αδογμάτιστη εισαγωγή των νέων μαθημάτων, κυρίως των Φυσικών Επιστημών, στο εκπαιδευτικό σύστημα των σχολών του ελλαδικού χώρου.

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού της «Μέλισσας» δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Ο πόθος για την ελευθερία ανέστειλε, όπως ήταν φυσικό, τη λειτουργία του περιοδικού. Όλα τα διαθέσιμα χρήματα έπρεπε, πλέον, να διατεθούν στις υπηρεσίες του Αγώνα.

 

Διακόσια χρόνια αργότερα, η Σειρά Βιβλίων Lux Orbis, σε συνεργασία με τους υπεύθυνους της διαδικτυακής συλλογικότητας ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους) πήραν την απόφαση να αναβιώσουν τον ανολοκλήρωτο διαγωνισμό της «Μέλισσας» από το 1821. Η προσπάθεια αυτή, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη έκδοση του ίδιου του τρίτου τεύχους της «Μέλισσας» σε φωτομηχανική ανατύπωση, αποτελεί για εμάς ένα ιστορικό χρέος, μία ύψιστη απόπειρα σύνδεσης των χρόνων της Επανάστασης με το σήμερα, μέσα από μία καθαρά Διαφωτιστική ματιά.

Ο εκσυγχρονισμένος τίτλος που δόθηκε στον διαγωνισμό του 2021 είναι «Ο διαχρονικά αμφιλεγόμενος ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον ελλαδικό χώρο, από τον 4ο μεταχριστιανικό αιώνα μέχρι σήμερα, οι αιτίες και οι τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος σήμερα». Ως μέλη της κριτικής επιτροπής για την αξιολόγηση των εργασιών που λάβαμε, ορίστηκαν οι Παναγιώτης Γεννηματάς (επίτ. αντιπρόεδρος Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων), Γιώργος Οικονόμου (Δρ. Φιλοσοφίας), Αλέξανδρος Σακελλαρίου (Δρ. Κοινωνιολογίας της Θρησκείας) και ο γράφων.

Πέρα από τον πολύτιμο ιστοριογνωστικό της χαρακτήρα, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία παρά την ύπαρξη αδιάσειστων ιστορικών τεκμηρίων, κάποιοι επιθυμούν να αλλοιώσουν ακόμα περισσότερο την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (ακόμα και αν οι ίδιοι βγήκαν νικητές στην πάλη των ιδεών που ακολούθησε!), η έκδοση του τόμου που κρατάτε στα χέρια σας, σχετίζεται άμεσα με το ευαίσθητο ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, μιας και η συλλογή ποιοτικών εργασιών που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο, στέκεται απέναντι σε επιζήμιους –για την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων πολιτών– εθνικούς μύθους που αναπτύχθηκαν αμέσως μετά τη διαμόρφωση του νέου ελληνικού κράτους και εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να επηρεάζουν την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου μας. Ένας επιπλέον στόχος είναι, φυσικά, να αναδειχθεί με εμφατικό τρόπο το διαχρονικό πρόβλημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, πέρα και πάνω από όλα, η αναβίωση του διαγωνισμού της «Μέλισσας» το 2021, αποτελεί μία δράση με ισχυρότατο συναισθηματικό όσο και συμβολικό χαρακτήρα, για όλους εκείνους που στις μέρες μας ερευνούν και ανιχνεύουν την προέλευση των ριζοσπαστικών ιδεών στον ελλαδικό χώρο, έχοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι η χώρα μας έχει ανάγκη από τον ερχομό ενός νέου Διαφωτισμού, που αυτή τη φορά θα επηρεάσει άμεσα τους Νεοέλληνες, εκσυγχρονίζοντας την παραγωγή ιδεών και την ιδεολογική στόχευση του ίδιου του κράτους μας, οδηγώντας μας με μεγαλύτερη ασφάλεια στο μέλλον.

 

Μηνάς Παπαγεωργίου,
Διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Ο αμφιλεγόμενος ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα (4ος-21ος Αιώνας)

[επιλεγμένα αποσπάσματα από την εισαγωγή του Μ. Παπαγεωργίου στο βιβλίο]

Η «Μέλισσα» υπήρξε ένα βραχύβιο έντυπο των Ελλήνων Διαφωτιστών του Παρισιού (δεν θα ήταν άστοχο να το χαρακτηρίσουμε ως τον «Λόγιο Ερμή της πόλης του φωτός»), το οποίο στελνόταν σε συνδρομητές που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στο Βουκουρέστι, στο Ιάσιο, στη Χίο, στη Σμύρνη, στις Κυδωνίες, στην Πάτρα κ.ά. Οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της εφημερίδας επηρεάζονταν, όπως είναι φυσικό, σε μεγάλο βαθμό από τις ιδέες του Αδαμάντιου Κοραή, της προσωπικότητας που δέσποζε εκείνη την περίοδο στους πνευματικούς κύκλους της ελληνικής διασποράς.

Το ύφος των κειμένων της «Μέλισσας» είναι δίχως αμφιβολία ιδιαίτερα τολμηρό.  Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Αικατερίνη Κουμαριανού, «αν χρειαζόταν κάποιος σύντομος τρόπος προκειμένου να χαρακτηρίσουμε το παρισινό περιοδικό, θα μπορούσαμε χωρίς ιδιαίτερες επιφυλάξεις να πούμε ότι πρόκειται για μαχητικό όργανο που σε δοσμένη στιγμή ανέλαβε να προβάλει, να υπερασπίσει, με την απόφαση να διαδώσει, προωθημένους προβληματισμούς σε ελληνικά περιβάλλοντα. Να δώσει το “παρών” αυτών των άλλων ομάδων, οι οποίες, έχοντας συνείδηση των αιτημάτων που έθετε τώρα ο ελληνισμός, έτειναν με γρήγορα, αποφασιστικά βήματα να αναζητήσουν τους τρόπους και τα μέσα όσα θα οδηγούσαν στην τελική φάση του δράματος. Όμως, παράλληλα με αυτές τις επιδιώξεις, είναι φανερή η θέληση των συνεργατών του περιοδικού να δώσουν στους συνδρομητές και αναγνώστες ένα δημοσίευμα γενικής παιδείας. Με πυκνότητα στην αρχή, αραιότερα αργότερα, όταν οι ιδεολογικές συγκρούσεις αποκτούν έναν επείγοντα χαρακτήρα».

Αυτός ακριβώς ο «επείγων χαρακτήρας», διαπνέει σε κάθε σελίδα του τρίτου τεύχους, που επανακυκλοφορεί σήμερα, διακόσια χρόνια μετά. Έτσι πέραν των θεμάτων εγκυκλοπαιδικής, καθαρά, φύσης που έχει τη δυνατότητα να διαβάσει, ο αναγνώστης έχει εδώ την ευκαιρία να έρθει αντιμέτωπος με τη δημοσίευση της «Απανταχούσας», της εγκυκλίου, δηλαδή, του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που κυκλοφόρησε το 1820 και είχε σαν στόχο τον έλεγχο της βιβλιοπαραγωγής της ελληνικής διασποράς από το πατριαρχικό τυπογραφείο, μέσα σε ένα πλαίσιο, όμως, που θα ήταν αρεστό στον Σουλτάνο, τους Οθωμανούς και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο διορισθείς από τον Γρηγόριο Ε΄, υπεύθυνος επί ζητημάτων Παιδείας του πατριαρχείου και συγγραφέας της «Απανταχούσας», Ιλαρίωνας Σιναΐτης, αποτελεί κόκκινο πανί για τους Έλληνες Διαφωτιστές, γι’ αυτό και οι συντάκτες της «Μέλισσας» φροντίζουν στο τρίτο της τεύχος να του απαντήσουν σκληρά, μέσω μιας μακροσκελούς επιστολής που υπογράφει ανώνυμα κάποιος «Ζ. Ξ. Ψ. – εραστής των Μουσών». Γίνεται, επίσης, αναφορά στην καύση των αντιτύπων του ανώνυμου Διαφωτιστικού έργου, «Κρίτωνος Στοχασμοί», στην Κων/πόλη, στον ρόλο του μητροπολίτη Σμύρνης Άνθιμου αναφορικά με την κατάργηση του Φιλολογικού Γυμνασίου της πόλης (μία λαμπρή εστία της προεπαναστατικής παιδείας του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην οποία διετέλεσε διευθυντής ο Κωνσταντίνος Κούμας), καθώς επίσης και στον σκοτεινό ρόλο των ιεραρχών της Λέσβου που πολέμησαν τις διδασκαλίες του Διαφωτιστή Βενιαμίν Λέσβιου. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον ιδιαίτερα… τολμηρό διαγωνισμό που προκηρύσσει η «Μέλισσα» σε αυτό το τρίτο της τεύχος, με θέμα τις αρνητικές συνέπειες που προκάλεσε η δράση της πλειοψηφίας των ορθόδοξων ιεραρχών στον ελληνικό χώρο, από την εποχή του πατριάρχη Φώτιου μέχρι και το 1821, καθώς επίσης και τις δυνατότητες κατάργησης «του πανωλέθριου και φρικτού δεσποτισμού τους». Σημειώνεται ότι με πρωτοβουλία του ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους), ο ανολοκλήρωτος –ελέω της παύσης λειτουργίας του περιοδικού– αυτός διαγωνισμός της «Μέλισσας», αναβίωσε στα τέλη του 2020 και οι καλύτερες εργασίες που συγκεντρώθηκαν, τυπώθηκαν σε επετειακό τόμο της σειράς Lux Orbis ταυτόχρονα με την κυκλοφορία της παρούσας έκδοσης.

Η «Μέλισσα» παρουσίασε συνολικά τρία τεύχη, ένα κάθε χρόνο, κατά την περίοδο 1819-1821. Κινητήριοι μοχλοί για την έκδοση του περιοδικού υπήρξαν δύο Έλληνες λόγιοι. Ο Κερκυραίος Σπυρίδων Κονδός και ο Κωνσταντίνος Αγαθόφρων Νικολόπουλος (1786-1841) από τη Σμύρνη (με καταγωγή από την Ανδρίτσαινα), που χρηματοδοτούν την κυκλοφορία των δύο πρώτων τευχών του εντύπου.

Σύμφωνα με τον Κ.Θ. Δημαρά, ο Νικολόπουλος, διατελέσας επί πολλά έτη βιβλιοθηκάριος στο Institut de France, αποτελεί την «ψυχή» της «Μέλισσας». Πρόκειται για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στη γνώση και τα βιβλία, έναν λόγιο στον οποίο η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας χρωστά τη δωρεά και αποστολή από το Παρίσι 3.500 σπάνιων τόμων, που διασώζονται μέχρι και σήμερα, προσφέροντας μία μοναδική βιβλιοφιλική εμπειρία στον επισκέπτη του όμορφου αυτού χωριού της Ηλείας.

Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης ανακόπτει, όπως είναι φυσιολογικό, τη λειτουργία του περιοδικού. Όλα τα διαθέσιμα χρήματα έπρεπε πλέον να στέλνονται για τη στήριξη του Αγώνα. Όμως, η «Μέλισσα» αντιμετώπισε κι άλλες δυσκολίες στα τρία χρόνια της λειτουργίας της. Για παράδειγμα, σε επιστολή που στέλνει ο αδερφός του Κωνσταντίνου Αγαθόφρωνα Νικολόπουλου από το Βουκουρέστι, μαθαίνουμε ότι αντίτυπα του πρώτου τεύχους του περιοδικού έπεσαν στα χέρια ληστών και χάθηκαν. Λίγα χρόνια αργότερα και στο έργο του «Εισαγωγή εις την σπουδήν της νεοελληνικής γλώσσης», ο Σπυρίδων Κονδός θα γράψει τα εξής: «Όταν κατά τα έτη 1819, 1820, 1821, εξέδωκα το Α΄ της Καθολικής μου Ιστορίας Τετράδιον, και τρία της Μελίσσης ή Εφημερίδος Ελληνικής, τα οποία σταλθέντα εις Κωνσταντινούπολιν, Βουκαρέστιον, Ιάσιον, Χίον, Σμύρνην, Κυδωνίας και Πάτρας, κατηρπάσθησαν ή κατεκαύθησαν υπό των βαρβάρων εν τη των πόλεων εκείνων ακολουθήσαση καταστροφή, δεν είχα κανένα σκοπόν να επιχειρισθώ φιλολογικάς πραγματείας». Ενδεχομένως να μη μάθουμε ποτέ το πού ακριβώς αναφέρεται ο Κονδός, όταν κάνει λόγο για καύση τευχών του περιοδικού. Οφείλουμε, όμως, να υπενθυμίσουμε ότι πρόκειται για μία ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο στις σχέσεις Διαφωτιστών και πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, με τους πρώτους να κάνουν λόγο χωρίς περιστροφές για εγκαθίδρυση μιας Ορθόδοξης Ιεράς Εξέτασης στην Πόλη, από τη στιγμή που πέραν της περίπτωσης της καύσης του έργου «Κρίτωνος Στοχασμοί» στην αυλή του πατριαρχείου και τις ποικίλες απειλές που εκτοξεύονται προς τους Έλληνες Διαφωτιστές, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, ο Ιλαρίωνας Σιναΐτης προβαίνει και σε αυστηρό έλεγχο των κειμένων που διακινούνταν στα βιβλιοπωλεία της πόλης.

Εκτός από την ιστορική και αρχειακή αξία που χαρακτηρίζει την παρούσα επανέκδοση, διακόσια χρόνια μετά την κυκλοφορία του περιοδικού, οι αυθεντικές αυτές καταγραφές των ριζοσπαστών Ελλήνων στοχαστών του ’21, έρχονται σήμερα να αλλάξουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα που έχουν πολλοί σύγχρονοι Νεοέλληνες για μια σειρά από ζητήματα, με προεξέχον εκείνο της στάσης της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας απέναντι στην πνευματική πρόοδο και την απελευθέρωση του υποδουλωμένου Έθνους. Έτσι το όραμα του Κωνσταντίνου Αγαθόφρωνα Νικολόπουλου και των υπόλοιπων συντελεστών της «Μέλισσας» για τον Φωτισμό των Ελλήνων, παίρνει μία δεύτερη ευκαιρία για τις μελλοντικές γενιές των ανήσυχων ιστορικών ερευνητών του 21ου αιώνα.

Μηνάς Παπαγεωργίου, 
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Μέλισσα -Εκδόσεις iWrite - Lux Orbis

Η υποτιθέμενη θετική συμβολή της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές λαθροχειρίες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι για την πλειοψηφία της πνευματικής (αλλά και πολιτικής) ελίτ του τόπου, το όλο ζήτημα παραμένει βολικά υποβαθμισμένο, δίχως να γίνεται αντιληπτό, ενδεχομένως ηθελημένα, ότι επάνω του έχουν χτιστεί μια σειρά από εθνικοί μύθοι, διαχρονικά επιζήμιοι τόσο για το ίδιο το νεοελληνικό κράτος και την ιδιοσυγκρασία των πολιτών του, όσο και για την ποιότητα της ιστοριογνωσίας που διακρίνει τους τελευταίους.

Για πολλούς Έλληνες μελετητές, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ υπήρξε ένα φωτεινό παράδειγμα εθνομάρτυρα. Όμως η μελέτη των πηγών της εποχής προδίδει ξεκάθαρα την αντεθνική του δράση. Αναφορικά με τον αφορισμό της Επανάστασης του 1821, οι ίδιοι άνθρωποι επιλέγουν να εξετάζουν το θέμα επικεντρώνοντας την προσοχή τους αποκλειστικά στα γεγονότα των ημερών της καταδίκης του Υψηλάντη και των Φιλικών. Κάτι τέτοιο τους δίνει τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν τον Γρηγόριο, σημειώνοντας πως αναγκάστηκε να προβεί σε μία τέτοια πράξη ευρισκόμενος κάτω από την πίεση των Οθωμανών που απειλούσαν με σκληρά αντίποινα τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική μελέτη της αντεπαναστατικής στάσης του Γρηγορίου κατά τη διάρκεια των τριών θητειών του δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας των λεγομένων και του κύριου σκοπού του, που δεν ήταν άλλος από τις συνεχείς απόπειρές του για αποτροπή κάθε σχεδίου των Ελλήνων για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Επιπρόσθετα, από τα μέσα του 19ου αιώνα επικράτησε σε κύκλους εκκλησιαστικών μελετητών η άποψη ότι ο Γρηγόριος πήρε πίσω τον αφορισμό του σε μία… μυστική (!) τελετή που έλαβε χώρα στα υπόγεια του πατριαρχείου τη νύχτα της 4ης Απριλίου. Την όχι και τόσο δημοφιλή αυτή θέση, η οποία παρεμπιπτόντως δεν επιβεβαιώνεται από κανένα πατριαρχικό έγγραφο ούτε την επικαλούνται σύγχρονοι ιστορικοί, υιοθέτησε σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τον Ιανουάριο του 2021. Όμως και εδώ υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία που καταρρίπτουν με κατηγορηματικό τρόπο τη συγκεκριμένη “θεωρία”. Αφενός η άρση του αφορισμού από τον Γρηγόριο εντάσσεται στο πλαίσιο της “Εκκλησιαστικής Παράδοσης”, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Γρηγόριος Παπαδόπουλος στα 1865 και αφετέρου η προσεκτική εξέταση των εγκυκλίων που εξέδωσαν μεταγενέστεροι του Γρηγορίου Ε΄ πατριάρχες, όπως ο Ευγένιος Β΄ τον Αύγουστο του 1821 και ο Αγαθάγγελος το 1828, μέσω των οποίων επιχειρήθηκε να πειστούν οι Έλληνες να δηλώσουν εκ νέου την υποταγή τους στον Σουλτάνο, υποδηλώνουν ξεκάθαρα ότι ο αφορισμός των επαναστατημένων Ελλήνων παρέμενε σε ισχύ. Κάτι που σημαίνει ότι η άρση του εκ μέρους του Γρηγορίου Ε΄ αποτελεί μία συνθήκη που ανήκει τελεσίδικα στη σφαίρα του εκκλησιαστικού μύθου. Αυτός είναι και ο λόγος που στα τέλη του Ιανουαρίου του 2021, η συλλογικότητα ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους), απευθυνόμενη στο πατριαρχείο Κων/πόλεως και την Ελλαδική Εκκλησία (σε ένα δεύτερο επίπεδο), ζήτησε μέσω διαδικτυακού ψηφίσματος την άρση του αφορισμού του ‘21, ως μία ένδειξη ετεροχρονισμένης συμβολής τους στον περιορισμό του διχασμού της ελληνικής κοινωνίας, ενόψει των επετειακών εορτασμών για το 1821.

Αυτή η διαχρονική διαμάχη για τον ρόλο της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας στα προεπαναστατικά χρόνια, παρουσιάζει τόσο αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα δεδομένα, γεγονός που εντέλει την εντάσσει στα χαρακτηριστικά και συνάμα τραγικά παραδείγματα του πώς μία πολιτικοθρησκευτική ιδεολογία (εν προκειμένω το μόρφωμα του ελληνοχριστιανισμού, που εμφανίστηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα) δύναται να αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό την αποτίμηση των καταγεγραμμένων ιστορικών γεγονότων.

Διακόσια χρόνια μετά το 1821, η μελέτη των πρωτότυπων πηγών, των αφοριστικών εγκυκλίων και της αντεπαναστατικής δράσης του πατριαρχείου, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι τα σχετικά κείμενα εντοπίζονται διάσπαρτα σε σπάνιες ή εξαντλημένες εκδόσεις, γεγονός που δυσχαιρένει τον εντοπισμό τους, άρα και την ασφαλέστερη αποτίμηση του (αρνητικού) ρόλου του ανώτατου Κλήρου στις προετοιμασίες του Αγώνα.

Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας περιλαμβάνει μία εξαιρετικά χρήσιμη συλλογή αντεπαναστατικών πατριαρχικών εγκυκλίων, που δημοσιεύτηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1798-1828. Κάθε κεφάλαιο συνοδεύεται από ένα μικρό επεξηγηματικό κείμενο που εισάγει τον αναγνώστη στο πλαίσιο της εποχής και της εξεταζόμενης υπόθεσης. Προφανώς και τα κείμενα αυτά δεν είναι τα μόνα του είδους τους. Παρ’ όλα αυτά δίνουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα να αξιολογήσει καλύτερα τα γεγονότα του Μαρτίου του ’21, από τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με τη “μεγάλη εικόνα” της στάσης της Εκκλησίας μπροστά στο ενδεχόμενο ενός γενικευμένου ξεσηκωμού, αλλά και απέναντι στην ίδια την Επανάσταση, σε ένα χρονικό πλαίσιο 30 ετών. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο έχει ως στόχο να αποτελέσει εκδοτικά ένα σημείο αναφοράς για τις νεότερες γενιές μελετητών της Ιστορίας και η σειρά Lux Orbis να προσθέσει ακόμα ένα λιθαράκι γνώσης για τον περαιτέρω διαφωτισμό των συμπατριωτών μας.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής Σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Η μαύρη Βίβλος του 1821 - Lux Orbis -Εκδόσεις iWrite

Ο δρόμος για την Επανάσταση του 1821 δεν υπήρξε στρωμένος με ροδοπέταλα. Πέρα από τους Οθωμανούς και τους λοιπούς εξωτερικούς κινδύνους, οι Έλληνες Διαφωτιστές και επαναστάτες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την απόλυτα εχθρική προς τις αξίες της ελευθερίας και ανεξαρτησίας, ανώτατη ηγεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα προηγούμενα, αν και αντανακλούν ξεκάθαρα την ιστορική αλήθεια, εξακολουθούν να αποτελούν μία συνθήκη ελάχιστα γνωστή στους σύγχρονους Έλληνες, οι περισσότεροι από τους οποίους επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους, αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίοδο, στις αιματηρές νίκες από το πεδίο της μάχης.

Παρ’ όλα αυτά, ο εκδημοκρατισμός της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες, σε συνδυασμό με την ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία και την κοινωνική πρόοδο, καθιστούν τη μετάδοση της ιστορικής γνώσης μία όχι και τόσο δύσκολη υπόθεση. Έτσι τα μόνα που απομένουν, εν τέλει, είναι το ζωηρό ενδιαφέρον και η αληθινή βούληση για την ανάδειξη των πραγματικών γεγονότων του παρελθόντος, μέσα από πρωτότυπες πηγές, ακόμα κι αν οι τελευταίες καταρρίπτουν με ενοχλητικό –πολλές φορές– τρόπο, μια σειρά από επιβαλλόμενα στερεότυπα δεκαετιών.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από την έναρξη του Αγώνα, η σειρά βιβλίων Lux Orbis των εκδόσεων iWrite τολμά να αναδείξει τις πραγματικά αντίξοες συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι που αποτέλεσαν την πνευματική ατμομηχανή της Επανάστασης, αποπειράθηκαν να προετοιμάσουν το έδαφος για την κήρυξή της.

Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας συμπεριλαμβάνει δύο κείμενα που δημοσιεύτηκαν το 1798. Την «Πατρική Διδασκαλία» του πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμου και την απάντηση του Αδαμάντιου Κοραή, μέσω του έργου του «Αδελφική Διδασκαλία». Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης δύναται να κατανοήσει σε βάθος τις διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις ανώτατου Κλήρου και Διαφωτιστών, αναφορικά με το ενδεχόμενο απελευθέρωσης των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό. Πρόκειται αναμφίβολα για τη σύγκρουση δύο αντιμαχόμενων κόσμων, παραμονές του μεγάλου ξεσηκωμού.

Από τη μία ο Άνθιμος παραλληλίζει τα κελεύσματα για γενικό ξεσηκωμό με ψιθύρους του Διαβόλου που πρόκειται να προξενήσουν την καταστροφή στους ραγιάδες: «Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχίαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν, ψυχικήν απώλειαν και ανωφελή μεταμέλειαν», υποστηρίζει χαρακτηριστικά. Για τον πατριάρχη, η γνήσια χριστιανική πίστη ταυτίζεται με την τυφλή υποταγή στον Σουλτάνο: «Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτον πίστιν σας κι ως οπαδοί του Ιησού Χριστού απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν».

Από την άλλη ο Κοραής εκφράζει τη δυσάρεστη έκπληξή του για την ταυτότητα του συντάκτη της «Πατρικής Διδασκαλίας». Για τον μεγάλο Έλληνα Διαφωτιστή, εάν ο Άνθιμος είναι όντως ο συγγραφέας του κειμένου στο οποίο πρόκειται να ασκήσει τη δριμεία κριτική του, δύναται να ισχύουν δύο τινά: «ή ότι έχασε παντελώς η Μακαριότης του τας φρένας, ή ότι μετασχηματίσθη εκ ποιμένος εις λύκον, δια να σπαράξη του Χριστού την Εκκλησίαν». Ως προς την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του, επιλέγει στρατηγικά να κινηθεί στο ίδιο πεδίο με τον ιδεολογικό του αντίπαλο, φέρνοντας παραδείγματα από τη χριστιανική γραμματεία που αντικρούουν τις αιτιάσεις του Άνθιμου για τη διατήρηση της υποδούλωσης των Ελλήνων στους Οθωμανούς. Στο τέλος καταλήγει σε ένα τελικό πόρισμα για το προφίλ του συντάκτη της «Πατρικής Διδασκαλίας», εξακολουθώντας να διατηρεί για τους τύπους τις επιφυλάξεις του σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του εμπνευστή της: «Δεν είναι κανείς νομίζω όστις, αφ’ ού μετά προσοχής εξετάση όσα μέχρι του νυν είπα, δεν ήθελεν αδιστάκτως πληροφορηθή, ως εγώ, ότι της Πατρικής Διδασκαλίας ο συγγραφεύς είναι άσπονδός τις εχθρός της θρησκείας και του ονόματος των Γραικών, φίλος πιστός των Ωθωμανών, του Πάπα, πάντων των παρελθόντων, των παρόντων και μελλόντων τυράννων του ανθρωπίνου γένους».

23 χρόνια μετά τη συγγραφή των δύο αυτών κειμένων, η Επανάσταση ξεσπάει στον Μοριά. Το 1827, στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, επικυρώνεται ο καταστατικός χάρτης του πρώτου Συντάγματος του νέου ελληνικού κράτους. Όμως, τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί αρκετά διαφορετικά.

«Ας μη χάσωμεν δια μία ψευδή κι ανύπαρκτον τάχα ελευθερίαν του παρόντος βίου, τους αμαραντίνους στεφάνους της αιωνίου μακαριώτητος», υποστήριζε ο Άνθιμος λίγα χρόνια νωρίτερα. Είναι κάτι περισσότερο από σαφές πως αν οι Έλληνες πείθονταν από τις προεπαναστατικές θέσεις της ανώτατης ηγεσίας της Εκκλησίας, το ’21 θα αποτελούσε σήμερα ένα εναλλακτικό παρελθόν, στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Πατρική και Αδελφική Διδασκαλία - πατριάρχης Ιεροσολύμων Άνθιμος Αδαμάντιος Κοραής -Εκδόσεις iWrite - Lux Orbis

Το 2020 υπήρξε αναμφίβολα ένα έτος που σημάδεψε τον 21ο αιώνα αλλά και την ιστορία της ανθρωπότητας, σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Η έλευση της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid-19), μέσα στις συνθήκες μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και οικονομίας, προκάλεσε εκατομμύρια κρούσματα και χιλιάδες θανάτους σε ολόκληρο τον πλανήτη, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα αντανακλαστικά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις, καθώς επίσης και την πρωτοφανή κινητοποίηση του επιστημονικού κόσμου για την όσο το δυνατόν ταχύτερη εύρεση των κατάλληλων φαρμακευτικών αγωγών και εμβολίων για την αντιμετώπιση του ιού.

Στον ελλαδικό χώρο, πέρα από την έξαρση των συνωμοσιολογικών θεωριών, με συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογικο-θρησκευτική ταυτότητα, ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση προκάλεσε η συνολική στάση με την οποία επέλεξε να διαχειριστεί την όλη κατάσταση η Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η αρνητική και ανεύθυνη στάση των εκπροσώπων της απέναντι στα μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης (με δυο λόγια, απέναντι στους ίδιους τους νόμους του ελληνικού κράτους) και οι αντιεπιστημονικοί λόγοι δεκάδων ανώτατων ιεραρχών και κληρικών αναφορικά με τη δυνατότητα μετάδοσης του ιού μέσα στους ναούς, σε συνδυασμό με τα εκατοντάδες κρούσματα και ενδεχομένως τους θανάτους που προκλήθηκαν εξαιτίας των προηγούμενων, είναι γεγονός ότι έβλαψαν την αξιοπιστία και τη δημόσια εικόνα του οργανισμού «Ελλαδική Εκκλησία» στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Εξίσου προβληματική, αλλά και συνάμα επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία, αποδείχτηκε και η φοβισμένη στάση του ελληνικού κράτους απέναντι σε αυτή τη σκανδαλώδη ανυπακοή της Εκκλησίας, μιας και ο περιορισμός ή η απαγόρευση των λειτουργιών στους ναούς συμπεριλαμβάνονταν πάντα στην τελευταία δεσμίδα των περιοριστικών μέτρων που αφορούσαν κάθε κύμα της πανδημίας.

Τέλος, το ίδιο απογοητευτικός υπήρξε και ο λόγος αρκετών εκπροσώπων της επιστημονικής κοινότητας που κλήθηκαν να αναλάβουν θέσεις ευθύνης την περίοδο της κρίσης του κορωνοϊού, από τη στιγμή που απέφυγαν επιδεικτικά να σχολιάσουν ζητήματα αναφορικά με τη μετάδοση του ιού σε χώρους λατρείας, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις λοιμωξιολόγων που έκαναν το… βήμα στο κενό, μπερδεύοντας την επιστημονική τους ιδιότητα με τα προσωπικά τους πιστεύω.

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, που κρατάτε στα χέρια σας, αποτελεί την πρώτη στοιχειοθετημένη καταγραφή και ανάλυση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν επιγραμματικά παραπάνω. Πρόκειται για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μελέτη που απευθύνεται σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, συγκεντρώνοντας την επικαιρότητα της εγχώριας «σχέσης» Θρησκείας και Πανδημίας, αναδεικνύοντας, παράλληλα, σε ένα γενικότερο πλαίσιο, την πολυεπίπεδη σημαντικότητα του αιτήματος για Διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα στον 21ο αιώνα, ένα αίτημα που δείχνει να ωριμάζει εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια σε κοινωνικό επίπεδο, όχι όμως και σε πολιτικό. Κι όλα τα προηγούμενα, μέσα από το πρίσμα μιας σοβαρής και αδογμάτιστης κοινωνιολογικής ανάλυσης, για ένα ζήτημα που θα αποτιμηθεί στις πραγματικές του διαστάσεις αρκετά χρόνια αργότερα.

Πρόκειται, εν τέλει για ένα συγγραφικό έργο που θα καταστεί χρήσιμο εργαλείο για τον ιστορικό ή τον ανήσυχο ερευνητή του μέλλοντος, τοποθετούμενο πλάι σε πονήματα που αφορούν τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στους κινδύνους που αντιμετώπισε μέσα στον χρόνο ο ελληνισμός, όπως για παράδειγμα κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, παραμονές της Επανάστασης του 1821, κατά την εισβολή των Ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ή στη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Αλέξανδρος Σακελλαρίου - Θρησκεία και Πανδημία στην Ελληνική Κοινωνία - Εκδόσεις iWrite
Από τον πρόλογο του βιβλίου:
 
[…]

Ο Μηνάς Παπαγεωργίου, στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, πιστεύει σε έναν Νέο Διαφωτισμό. Σε μια νέα προσπάθεια να σταθεί ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος στα πόδια του, με βάση τις αξίες που έχτισαν τη Δύση, αξίες που σε μεγάλο βαθμό έχουμε υιοθετήσει ως δικής μας έμπνευσης.

Δεν το κάνει στο κενό. Βασίζει την ανάλυσή του σε ιστορικά γεγονότα που αναδεικνύουν πως, σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, οι πατέρες του έθνους βρέθηκαν απέναντι στις δυνάμεις της συντήρησης και αναγκάστηκαν να κάνουν υποχωρήσεις από τα οράματα που είχαν θέσει για την Ελλάδα που ίδρυαν. Εξηγεί πως, ακόμα και σε επιστημονικά ζητήματα όπως οι θεωρίες της αστρονομίας, συντηρητικές δυνάμεις, και στο συγκεκριμένο ζήτημα η εκκλησία, καθυστερούσαν επιστημονικές και εκπαιδευτικές εξελίξεις απαραίτητες για τη δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους. Δείχνει δε πως τέτοιες δυνάμεις είναι ακόμη ζωντανές και προσπαθούν να επιβληθούν στη ζωή του τόπου με την ίδια ανοσία προς την πραγματικότητα που βιώνουν οι κοινωνίες μας, όπως οι υποστηριχτές της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ. Μέσα από αυτή την ανάλυση οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τώρα είναι μια ευκαιρία να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να ανοίξουμε έναν διευρυμένο πολιτικό διάλογο που θα επαναφέρει την ανάγκη να δυναμώσουμε τα θεμέλια μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Συμφωνώ απόλυτα. Μια νέα ευκαιρία να δούμε αν και πώς υπηρετούνται οι αξίες του Διαφωτισμού στην Ελλάδα, θα μπορούσε να αναδείξει και να διορθώσει πολλές από τις πτυχές της διοίκησης της χώρας που σήμερα είναι προβληματικές. Άλλωστε, δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι είμαστε ένα κράτος «ίσων» πολιτών, όταν το επίπεδο της πρόσβασής μας στο κεντρικό πολιτικό σύστημα διαφοροποιεί τα δικαιώματά μας ή όταν η καθυστέρηση απόδοσης της δικαιοσύνης επιτρέπει στον δυνατό να επιβληθεί στον αδύναμο. Δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε δημοκρατία όταν οι πολιτικοί μας χρηματοδοτούνται στο σκοτάδι και όταν τα κόμματά μας εκβιάζονται από τραπεζίτες. Και δεν μπορούμε να νιώθουμε ελεύθεροι σε μια χώρα όπου οι κανόνες είναι τόσο περίπλοκοι που βρισκόμαστε στο έλεος όσων κρατούν την εξουσία. Μια καθολική άσκηση σύγκρισης των πρακτικών του πολιτικού συστήματος με τις αξίες που υποτίθεται υπηρετεί, θα ήταν μια πολύ σημαντική άσκηση για τη χώρα την ώρα που γιορτάζει την ίδρυσή της.

Προφανώς, θέλει προσοχή το πώς θα γίνει και πώς θα διαχειριστούμε τα συμπεράσματά της. Διότι η τυφλή αντιγραφή των κοινωνιών που δυνάμωσαν από τις αξίες του Διαφωτισμού, δεν διαφέρει σημαντικά από την τυφλή αγκίστρωση στη Συντήρηση και τον Σκοταδισμό. Άλλωστε, η δύναμη των αξιών του Διαφωτισμού δεν πηγάζει από την αποτελεσματικότητά τους να χτίσουν πολιτισμένες κοινωνίες. Αυτό είναι μόνο το σύμπτωμα της υιοθεσίας τους. Η αιτία που οδηγεί τις αξίες του Διαφωτισμού να χτίζουν ισχυρές και δυναμικές κοινωνίες είναι η βαθιά τους πίστη στην αξία του Ανθρώπου, στην ελευθερία του και στο δικαίωμά του να συνδιαμορφώνει το μέλλον της κοινωνίας του. Είναι ο λόγος που κάνει έναν πολίτη να στέκεται περήφανα στα πόδια του και να εξαντλεί τις δυνατότητές του να προοδεύει ατομικά και συλλογικά.

Άλλωστε, στη μάχη μεταξύ Ηλιοκεντριστών και Γεωκεντριστών που παρουσιάζει ο κ. Παπαγεωργίου, οι Γεωκεντριστές είναι αυτοί που έχουν ανάγκη ο Άνθρωπος να είναι στο επίκεντρο του Σύμπαντος. Αυτή η προσέγγιση όμως δεν απορρέει από τις δυνατότητες του Ανθρώπου αλλά από τη σχέση του με τον Θεό, καθιστώντας τον Άνθρωπο ετερόφωτο. Αντίθετα, οι Ηλιοκεντριστές, προϊόντα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, βάζουν τον Άνθρωπο στο επίκεντρο της φιλοσοφίας τους, διότι σέβονται τη δυνατότητά του να χρησιμοποιήσει την επιστήμη, που ο ίδιος δημιουργεί, για να δει την πραγματικότητα και να αναιρέσει ότι βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου. Αντίθετα από τους Γεωκεντριστές, οι Ηλιοκεντριστές βάζουν τον Άνθρωπο στο επίκεντρο του πλανητικού συστήματος, όχι βάσει της γεωγραφικής του τοποθέτησης στο κέντρο, αλλά βάσει της δυνατότητάς του να αποδείξει ότι αυτό δεν ισχύει. 

Σε αυτό το αξίωμα, στη βαθιά πίστη ότι ως Άνθρωποι και ως Πολίτες έχουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση να αμφισβητήσουμε ό,τι θεωρούσαμε θέσφατο, να αξιολογήσουμε ό,τι κάνουμε σωστά και να μην κρυφτούμε από αυτά που κάναμε λάθος, βρίσκεται και η δύναμη του Διαφωτισμού. Ότι ο ίδιος ο Άνθρωπος, ο Πολίτης, είναι αυτός που αξιολογεί την πορεία του και χαράζει ένα καλύτερο αύριο. Οι αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισοπολιτείας, της αλληλεγγύης, δημιουργούν σύγχρονες και δυναμικές κοινωνίες όχι όταν επιβάλλονται σε έναν λαό ως αλάθητες, αλλά επειδή εναποθέτουν τις ελπίδες για το μέλλον της κοινωνίας στα χέρια του λαού της, πιστεύοντας στη δυνατότητα του ίδιου του λαού της να μεγαλουργήσει μέσα από τις δικές του δυνατότητες.

Αυτό ακριβώς το αξίωμα βρίσκεται στο επίκεντρο της δικής μας πρόκλησης εν όψει της επετείου ίδρυσης του ελληνικού έθνους-κράτους. Μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια την πραγματικότητα και να κατανοήσουμε ότι κανείς άλλος, εκτός από εμάς τους Έλληνες, δεν ευθύνεται για την πορεία μας από εδώ και μπρος; Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε πλέον ούτε να περιμένουμε από άλλους, ούτε να τα ρίχνουμε σε άλλους, όταν τα πράγματα δεν οδεύουν όπως εμείς θέλουμε; Μπορούμε να κατανοήσουμε ότι το πρώτο βήμα για να ορίζουμε την κοινωνίας μας είναι να πιστέψουμε ότι ορίζουμε την κοινωνία μας και ότι κανένα μας χαρακτηριστικό δεν μας περιορίζει από το να το κάνουμε σωστά; Αν θέλουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που υιοθετεί, σέβεται και εκπέμπει ελευθερία, δημοκρατία και αλληλεγγύη, θα πρέπει να τη φτιάξουμε μόνοι μας.

Αμέσως μετά από κάθε μακελειό σε σχολείο της Αμερικής, οι υπερασπιστές της οπλοκατοχής απαντούν κυνικά: «Δεν σκοτώνουν τα όπλα, οι άνθρωποι σκοτώνουν». Δεν διαφέρει πολύ από το «οι καλύτεροι Έλληνες φεύγουν». Είναι φράσεις που απευθύνονται με τέτοια απαξίωση στον πολίτη, που τον οδηγούν σε παραίτηση. Τον οδηγούν να πιστεύει ότι τελικά εμείς που μένουμε πίσω είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη χωρίς δυνατότητες παρέμβασης. Ότι δεν είμαστε δημιουργήματα των πολιτικών μας επιλογών, αλλά μιας εσωτερικής αδυναμίας που δεν ξεπερνιέται.

Δεν είναι έτσι. Ποτέ δεν ήταν. Οι όποιες πολιτικές μας επιλογές, ακόμα και αν εξηγούνται διαβάζοντας την ιστορία μας, παραμένουν αποκλειστικά αυτό: πολιτικές επιλογές. Επιλογές που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές και σε κάθε περίπτωση μπορούν να αλλάξουν σήμερα. Σίγουρα θέλει δουλειά και τόλμη για να αλλάξεις τα κακώς κείμενα, ειδικά αυτά που είναι τόσο ανεξίτηλα γραμμένα στην ιστορία σου, αλλά το πρώτο που χρειάζεται είναι να πιστέψεις ότι μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις. Διότι μόνο όταν πιστέψουμε πραγματικά στους εαυτούς μας και τις ικανότητές μας θα δημιουργήσουμε ένα έθνος που πιστεύει σε εμάς τους Έλληνες, τις Ελληνίδες και τη δυνατότητά μας να σταθούμε στα πόδια μας. Και μόνο τότε θα μπορούμε να επικαλεστούμε, χωρίς το «προτιμούμε», ότι η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες.

Παύλος Γερουλάνος

αποκτήστε το βιβλίο…

Μηνάς Παπαγεωργίου - Ηλιοκεντρικό Σύστημα και Ζωή στο Διάστημα το 1821 - Εκδόσεις iWrite

To 1901, ογδόντα ολόκληρα χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης που οδήγησε στην αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, οι διαμάχες για τη φύση της ελληνικής ταυτότητας δεν έχουν κοπάσει. Στοχαστές και λόγιοι της εποχής διασταυρώνουν τις… πένες τους ακόμα και για θεωρητικά αυτονόητα ζητήματα όπως αυτό: Πρέπει να αποκαλούμαστε Έλληνες ή Ρωμιοί;

Ενδεικτικό παράδειγμα, αναφορικά με το προαναφερθέν, αποτελούν τα κείμενα του μικρού βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας. Αφορούν μία επιστολή του πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας, Νικόλαου Πολίτη (1852-1921), στην εφημερίδα «Αγών» (12/10/1901), που δημοσιεύεται ως απάντηση σε άρθρο του ποιητή Κωστή Παλαμά (1859-1943), στο φύλλο της εφημερίδας «Άστυ», την αμέσως προηγούμενη ημέρα.

Χρησιμοποιώντας στέρεα επιχειρήματα από τα πεδία της Ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών, ο Πολίτης υποστηρίζει τη χρήση της ονομασίας «Έλλην», υπερτονίζοντας τη σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους τους προγόνους. Απαριθμεί, μάλιστα, μία σειρά από περιπτώσεις που καταδεικνύουν ότι ο προσδιορισμός «Έλληνας» εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται από αρκετές μεμονωμένες, «αποκλίνουσες» τις περισσότερες φορές, προσωπικότητες μέσα στον χρόνο, από την ύστερη αρχαιότητα και τους χριστιανικούς διωγμούς κατά των Ελλήνων, μέχρι την Αναγέννηση και τους Πληθωνικούς κύκλους του Μυστρά. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Παλαμάς θεωρεί την επανεγκαθίδρυση του όρου «δυσκολορρίζωτη».

Από την άλλη, ο Πολίτης συνδέει τη χρήση του όρου «Ρωμιός» με τη Βυζαντινή ιδιοσυγκρασία, υποβιβάζοντάς την και θεωρώντας την ξεπερασμένη από τα χρόνια της Άλωσης και μετέπειτα. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι η Ρωμιοσύνη αποτέλεσε το όχημα της Εκκλησίας για να στηρίξει στα χρόνια πριν και μετά την Επανάσταση το ιδεολογικό σχήμα του Ορθόδοξου Γένους των Ρωμιών, ως αντιστάθμισμα στο Έθνος των Ελλήνων που προωθούσαν οι Διαφωτιστές. Αποτελεί έναν από τους ελάχιστους στοχαστές της εποχής του που αντιλαμβάνεται ότι οι λέξεις είναι ζωντανοί οργανισμοί που αντανακλούν ισχυρούς συμβολισμούς και πρότυπα, πλάθοντας, παράλληλα, πραγματικότητες για το παρόν και το μέλλον ενός τόπου.

Το γεγονός ότι σήμερα, διακόσια χρόνια μετά το ’21 και έναν αιώνα μετά την καταγραφή της, η διένεξη αυτή του Ν. Πολίτη και του Κ. Παλαμά παραμένει, ως προς την ιδεολογική κατεύθυνση του πράγματος, ανοιχτό θέμα συζήτησης στην ελληνική Δημόσια Σφαίρα, καταδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις ανοιχτές πληγές της νεοελληνικής ταυτότητας, με τους εθνικούς μύθους και τα αντικρουόμενα ιδεολογικά στοιχεία που τη συνθέτουν. Έτσι ο ιδιότυπος αυτός γραπτός διάλογος μεταξύ δύο κορυφαίων Ελλήνων στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνα, σε συνδυασμό με τον άκρως διαφωτιστικό πρόλογο του Δρ. Κοινωνιολογίας της θρησκείας, Αλέξανδρου Σακελλαρίου, που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, υπενθυμίζουν εμφατικά ότι η Ιστοριογνωσία αποτελεί την κυριότερη οδό για την εθνική αυτογνωσία.

Με αυτόν τον τρόπο γίνεται αντιληπτό ότι η ελληνικότητα δεν είναι μία αόριστη και αφηρημένη έννοια που χαρακτηρίζει τη διαχρονική πορεία των κατοίκων αυτού του τόπου, αλλά μία ζώσα κοσμοαντίληψη, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αξιακά συστήματα, άγνωστα, δυστυχώς, στην πλειονότητα των κατοίκων του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό και οφείλουμε κάποια στιγμή να επιλέξουμε αν θα φέρουμε «στεφάνι αγριλιάς από την Ολυμπία» ή «στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό», όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Παλαμάς. Αν, τελικά, μας αξίζει να αποκαλούμαστε Έλληνες ή Ρωμιοί.

Μηνάς Παπαγεωργίου, 
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Νικόλαος Πολίτης - Κωστής Παλαμάς - Έλληνες η Ρωμιοί - Lux Orbis - Εκδόσεις iWrite

Το Γεγονός της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία, ήταν αναμενόμενο να ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τη φύση της ελληνικής ταυτότητας, την επαναξιολόγηση σημαντικών πτυχών της ιστορίας μας, αλλά και την αμφισβήτηση του ρόλου “παραδοσιακών” κοινωνικών θεσμών. Ποιος, άλλωστε, δεν κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέπτη τις δύσκολες στιγμές, αναλογιζόμενος τι έπραξε σωστά και τι λάθος;

Ο Κωνσταντίνος Σάθας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του νέου ελληνισμού, θέτοντας τις βάσεις για την ανάπτυξη των Βυζαντινών και Μεσαιωνικών σπουδών στη χώρα μας. Στις μέρες μας είναι ελάχιστα γνωστός, ακριβώς επειδή αντιτάχθηκε στο κυρίαρχο ιδεολογικά, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και εξής, “εθνικό αφήγημα” του ελληνοχριστιανισμού των Ζαμπέλιου και Παπαρηγόπουλου. Αμφισβήτησε την ελληνικότητα του Βυζαντίου, έκανε λόγο για μη… ομαλή ένταξη του χριστιανισμού στις συνειδήσεις των ελληνικών πληθυσμών –αναφερόμενος μάλιστα σε περιοχές που εκχριστιανίστηκαν μόλις κατά τον 15ο αιώνα–, ενώ υποστήριξε ότι η φιλοσοφία και οι πρακτικές άσκησης της ελληνικής κοσμοθέασης δεν εξαφανίστηκαν μέσα στους αιώνες, παρά την έλευση του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση του Παπαρηγόπουλου, που στα 1899 σημειώνει για τον Σάθα στο έργο του “Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους”: “Ο μεσαιωνοδίφης εκείνος… παρεποίησε την σεμνήν του Θουκυδίδου επιστήμην, μεταβαλών αυτήν εις ιλαροτραγωδίαν, όπως οι ημέτεροι πρόγονοι εκάλουν πάσαν της τραγωδίας διακωμώδησιν”.

Για τη συγγραφή των μελετών του ο Σάθας δεν περιορίστηκε μόνον στις εν Ελλάδι υπάρχουσες ιστορικές πηγές. Επιφανείς ιστοριοδίφες της εποχής του, χρηματοδότησαν τα ταξίδια του σε πόλεις με έντονο το ελληνικό στοιχείο, όπως για παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη, τη Φλωρεντία, τη Βενετία κ.ά. Τα προηγούμενα είχαν ως αποτέλεσμα να έρθουν στο φως αρκετές αφανείς και συνάμα “αποκλίνουσες” όψεις της ελληνικής ιστορίας, όπως για παράδειγμα η ύπαρξη μιας αδελφότητας μυημένων «εθνικών» στον Μυστρά του 15ου αιώνα, καθοδηγούμενη από τον φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό – Πλήθωνα, ο ρόλος που διαδραμάτισαν λόγιοι αρχαιολάτρες stratioti (ή Στρατιώτες) στη Δύση στα χρόνια μετά την Άλωση, καθώς επίσης και η δράση μιας μυστηριώδους “Εταιρείας”, που έως και τις παραμονές της Επανάστασης κρατούσε άσβεστη τη φλόγα των αρχαίων μυστηρίων και του ελληνισμού.

Το παράδοξο αναφορικά με την περιβόητη “Εταιρεία” στην οποία αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Σάθας, είναι ότι η ύπαρξή της δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο επίσημο ιστορικό έγγραφο. Αναλύοντας κανείς εντελώς κυνικά το παραπάνω γεγονός, καταλήγει στο συμπέρασμα πως είτε πρόκειται για μία υπόθεση που για άγνωστους σε εμάς λόγους αποφάσισε να επινοήσει ο Έλληνας ιστορικός είτε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του πέτυχε να αποκτήσει πρόσβαση σε ιδιωτικά αρχεία παλαιών ελληνικών οικογενειών (πιθανότατα της Ιταλίας), που εμπλούτισαν περαιτέρω τις γνώσεις του επάνω στο συγκεκριμένο πεδίο έρευνας.

Επιπλέον ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση, έδωσε το 2017 ο αείμνηστος συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Βλάσης Ρασσιάς, με την έκδοση του ιστορικού αφηγήματός του “… το μεγαλείο και την απελπισία σου” (εκδ. Ανοιχτή Πόλη). Ο Ρασσιάς, ένας από τους σοβαρότερους εκπροσώπους του ρεύματος για την επαναφορά της ελληνικής κοσμοθέασης, των αρχαίων ελληνικών αρετών και αξιών στον σύγχρονο κόσμο κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υποστήριξε ότι το 1994 συναντήθηκε στην Αθήνα με έναν άνδρα ονόματι “Αγαθία”, που του συστήθηκε ως εκπρόσωπος της Ολυμπίας Αδελφότητας, μιας συλλογικότητας που ταύτισε με την “Εταιρεία” του Σάθα.

Η έκδοση του τόμου που κρατάτε στα χέρια σας από τη σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite, χαρακτηρίζεται από μία διττή στόχευση. Αφενός να ανανεώσει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για το έργο και τις απόψεις του Κωνσταντίνου Σάθα αναφορικά με τη φύση της ελληνικότητας και τις διαμάχες για την ελληνική ταυτότητα κατά τον 19ο αιώνα και αφετέρου να συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο όλες τις αναφορές που υπάρχουν στα έργα του σχετικά με την “Αττική Εταιρεία” και τις προσωπικότητες που εμπλέκει σε αυτήν.

Για τον λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε η μεταγραφή επιλεγμένων αποσπασμάτων από την Εισαγωγή του έβδομου τόμου του έργου του, “Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη” (1872- 1894), καθώς επίσης και βιογραφίες στοχευμένα επιλεγμένων λογίων από το βιβλίο του “Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων” (1868).

Ο πρόλογος του παρόντος έργου υπογράφεται από τον δημοσιογράφο Στέφανο Μυτιληναίο, έναν από τους ανθρώπους που ασχολείται επισταμένα εδώ και πολλά χρόνια με το ζήτημα που εξετάζεται εδώ, δίνοντας μάλιστα μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες νέες διαστάσεις και ερευνητικές προοπτικές στην όλη υπόθεση. Σε μορφή παραρτήματος αναδημοσιεύεται το σχετικό άρθρο του Στ. Μυτιληναίου που είχε πρωτοπαρουσιαστεί σε περιοδικό έρευνας το καλοκαίρι του 2004. Στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζονται οι λιγοστές –πλην όμως άκρως βοηθητικές– βιβλιογραφικές προτάσεις που θα μπορούσαν να συνοδεύσουν τη μελέτη του παρόντος έργου.

 

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Για να βρεις ποιος σε εξουσιάζει, απλώς σκέψου
ποιος είναι αυτός που δεν επιτρέπεται να κριτικάρεις.
– Βολταίρος –

Η μελέτη του Πέτρου Παπαγεωργίου, «Φυσιοκράτης ή δεισιδαίμων;», αποτελεί το πρώτο συγγραφικό έργο που κυκλοφορεί από τη σειρά «Lux Orbis» των εκδόσεων iWrite. Ο συγγραφέας παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό ένα άρτια δομημένο εγχειρίδιο, που εν πολλοίς καταπιάνεται με ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει διαχρονικά η ανθρωπότητα: τη δεισιδαιμονία ως μέσο επιβολής εξουσίας από κάθε λογής ιερατείο.

Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινότητες και φτάνοντας έως τις σύγχρονες ανεπτυγμένες κοινωνίες, αναλύεται βήμα βήμα ο τρόπος με τον οποίο ποικίλοι εξωπραγματικοί μύθοι οδήγησαν στη δημιουργία οργανωμένων συστημάτων πίστης, που με τη σειρά τους εγκλώβισαν και συνεχίζουν να εγκλωβίζουν τους λαούς σε επιζήμιες για την πορεία του είδους μας πνευματικές φυλακές.

«Περισσότερο από αυτό που βολεύει, αξίζει αυτό που αληθεύει», σημειώνει χαρακτηριστικά -και ανάμεσα στα άλλα- ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας. Φρονώ πώς πρόκειται για μία από τις χρησιμότερες νουθεσίες που μπορούμε να λάβουμε ως κοινωνικό σύνολο, σε μία περίοδο που μας βρίσκει στο κέντρο της δίνης μιας χρόνιας πολιτισμικής κρίσης, την οποία χαρακτηρίζουν κάθε λογής επιβλαβή μυθεύματα, αλλόκοτα ιδεολογήματα, επίπλαστες «παραδόσεις» και δεισιδαιμονικές αντιλήψεις. Χαμένοι και μπερδεμένοι μέσα στον παραλογισμό των αντικρουόμενων πολλές φορές στοιχείων που συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία μας, επιλέγουμε να βλέπουμε τον εαυτό και το παρελθόν μας μέσα από συνεχώς μεταβαλλόμενους παραμορφωτικούς καθρέφτες, αδυνατώντας να αντιληφθούμε πώς οι ηθικές αξίες του ανθρώπου γεννιούνται και πορεύονται μέσα από τους ίδιους τους Φυσικούς Νόμους.

Η Στωική αυτή αντίληψη αποτελεί το σημαντικότερο, ίσως, μήνυμα που περνά ο Πέτρος Παπαγεωργίου μέσα από το έργο του, το οποίο και παραδίδουμε με υπερηφάνεια στο αναγνωστικό κοινό.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα, υπήρξε αναμφίβολα ένα γεγονός που άλλαξε ριζικά -και σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό- τον χάρτη της Ευρώπης. Με πνευματική του ατμομηχανή την έκρηξη του Διαφωτισμού μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το Γαλλικό επαναστατικό κίνημα αντιτάχθηκε εν πολλοίς στους τρεις μεγάλους πυλώνες του κυρίαρχου μέχρι εκείνα τα χρόνια κατεστημένου που καταδυνάστευαν τον λαό: στη Βασιλεία, τη Φεουδαρχία και την Εκκλησία.
Αυτή η μικρής έκτασης -πλην όμως άκρως κατατοπιστική και τεκμηριωμένη- μελέτη του Δρ. Ιστορίας και επιστημονικού συνεργάτη της σειράς Lux Orbis, Αθανάσιου Γάλλου, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίστηκε από τους Επαναστάτες ο Κλήρος, η εκκλησιαστική περιουσία, αλλά και ο ίδιος ο Χριστιανισμός σε ένα γενικότερο πλαίσιο, κατά τη διάρκεια της οκταετίας 1789-1797. Με αυτόν τον τρόπο εξετάζεται βήμα-βήμα η σφοδρή σύγκρουση με έναν κυρίαρχο θεσμό, γεγονός που οδήγησε στη βραχύβια κατάρρευσή του σε πολιτικό, οικονομικό, αλλά και ιδεολογικό επίπεδο για ένα μεγάλο κομμάτι της Γαλλικής κοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια αυτής της σύντομης χρονικά περιόδου -ένα μεγάλο κομμάτι της οποίας χαρακτηρίστηκε ως “αποχριστιανοποίηση”-, θεσπίστηκαν ανάμεσα σε άλλα η ελευθερία της συνείδησης, o πολιτικός χαρακτήρας των γεννήσεων, των γάμων και των θανάτων, το δικαίωμα στο διαζύγιο, καθώς επίσης και το πιο εντυπωσιακό, η αλλαγή στη μέτρηση του ίδιου του χρόνου, με την ημέρα έλευσης της Δημοκρατίας να παίρνει τη θέση του σημείου 0.

Μπορεί εκ των υστέρων η Εκκλησία να επανέκτησε κάποια από τα χαμένα προνόμιά της, παρ’ όλα αυτά, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο συγγραφέας, “το στοιχείο που θα έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από τη θρησκευτική πολιτική της Γαλλικής Επανάστασης, και που βρίσκεται άλλωστε σε συνάρτηση με τη γενικότερη κοσμοθεωρία που αυτή γέννησε, είναι ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους ή με άλλα λόγια, η δημιουργία του κοσμικού κράτους”.

Οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες που γέννησαν τη Γαλλική Επανάσταση, η σύγκρουση με έναν θεσμό που κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό επάνω στη βάση του εθιμικού δικαίου, οι κοινωνικές συνθήκες που ουσιαστικά επέβαλλαν την ανάγκη για “λατρεία της Λογικής”, αποτελούν ενδεχομένως και έναν οδοδείκτη για τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η έλευση των Διαφωτιστικών και Επαναστατικών ιδεών στη χώρα μας, κάποια στιγμή προς τα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με το ολοένα και διογκούμενο αίτημα για Εκκοσμίκευση στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, καθιστούν την ανάγνωση του παρόντος πονήματος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Όταν μία σειρά βιβλίων με την επωνυμία Lux Orbis (Το Φως του Κόσμου), κύρια θεματολογία της οποίας αποτελούν οι Διαφωτιστικές ιδέες και η Ελεύθερη Σκέψη, αποφασίζει να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο για το περίφημο “άγιο φως” της Ιερουσαλήμ, το τελικό αποτέλεσμα προβλέπεται μάλλον πολλά υποσχόμενο. Όταν δε το περιεχόμενο του έργου αποτελεί πιστή μεταγραφή συγγράμματος του δημοφιλέστερου Έλληνα Διαφωτιστή από τις αρχές του 19ου αιώνα, τότε το αναγνωστικό ενδιαφέρον εκτοξεύεται δεδομένα στα ύψη.

Ύστερα από μία εποικοδομητική συνεργασία με την Ένωση Αθέων, οι εκδόσεις μας παρουσιάζουν με υπερηφάνεια το κείμενο του Αδαμάντιου Κοραή, “Περί του εν Ιεροσολύμοις αγίου φωτός” (1826), με εισαγωγή του καθηγητή του Παντείου πανεπιστημίου, Αντώνη Παπαρίζου. Αν και είχε προηγηθεί η παράθεσή του εντός της ιδιωτικής έκδοσης του συγγραφέα-ερευνητή Μιχάλη Καλόπουλου το 2003 (“Θαύμα ή απάτη: το “άγιον” φως της Ιερουσαλήμ”, 2003), είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο έργο του Κοραή κυκλοφορεί ως αυτόνομο βιβλίο.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Έλληνας Διαφωτιστής επιλέγει να ξεδιπλώσει τις γνώσεις και τις θέσεις του για το τελετουργικό του “αγίου” φωτός, χρησιμοποιώντας έναν διάλογο δύο φανταστικών προσώπων, του Φώτιου και του Καλλίμαχου. Μέσα από αυτή τη διαλεκτική ζύμωση, ο αναγνώστης καταφέρνει να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το ιστορικό του “θαύματος”, την πολιτική του ιερατείου σε ότι αφορά την ετήσια εκμετάλλευση του όλου γεγονότος στο ευαίσθητο πολιτισμικά περιβάλλον των Ιεροσολύμων, καθώς επίσης και την τυφλή δεισιδαιμονία που διακρίνει “τους κατ’ έτος τρέχοντας μωρούς προσκυνητάς” που “εξοδεύωσιν εισμάτην” την περιουσία τους για να δουν από κοντά το… “θαύμα”.

Μένοντας στο τελευταίο, αν και η επιχειρηματολογία του Κοραή είναι συντριπτική ως προς την τεκμηρίωσή της, εντούτοις και ο ίδιος αναγνωρίζει πώς η επαναφορά του Ορθού Λόγου σε ένα περιβάλλον όπου επί αιώνες ανθεί η θεοκρατία, δεν είναι μία εύκολη υπόθεση: “Νομίζεις εύκολον μετά μακράν και πολυχρόνιον πλάνην, να φανερώσης εις τους πλανημένους, ότι εθαυματούργεις δια να τους πλανάς;”

Έχοντας ήδη διαβεί το κατώφλι του 21ου αιώνα, αναλογίζομαι πώς οι αποστάσεις που μας χωρίζουν από τους προβληματισμούς που θέτει στο έργο του ο Κοραής, δεν είναι και τόσο μεγάλες όσο θα ‘πρεπε. Κι αυτό γιατί ναι μεν η ιδέα για την θαυματουργική φύση του συγκεκριμένου τελετουργικού έχει κάπως ξεθωριάσει σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικά κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας (και σε αυτό το γεγονός έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό σχετικές τοποθετήσεις εκκλησιαστικών παραγόντων που έχουν παραδεχτεί ανοιχτά ότι η αφή του “φωτός” προέρχεται από αναμμένη κανδήλα που τοποθετείται εντός του “παναγίου τάφου”), πλην όμως το ελληνικό κράτος έχει επιλέξει να μην στέκεται στο ύψος των περιστάσεων… Από το 1988 μισθώνει με δικά του έξοδα ειδική πτήση για τη μεταφορά του “φωτός” από τα Ιεροσόλυμα ανήμερα της αφής του, ενώ από το 2001 αποδίδει τιμές… αρχηγού κράτους (!) κατά την τέλεση της υποδοχής του στη χώρα μας, ένα γεγονός που φέρνει στο νου μας σκηνές από τριτοκοσμικά θεοκρατικά καθεστώτα. Ωστόσο δεν θα πρεπε να παραβλέψουμε ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται δυναμικά και από τα κάτω, στο πλαίσιο του διαρκούς αιτήματος για Εκκοσμίκευση, ένας έντονος διάλογος που αφορά στη διακοπή της μεταφοράς του “φωτός” από τα Ιεροσόλυμα με έξοδα των Ελλήνων φορολογουμένων.

Ολοκληρώνοντας κανείς την ανάγνωση του παρόντος έργου του Κοραή, εύλογα θα αναλογιστεί για το ποια θα έπρεπε να είναι η στάση του κάθε σύγχρονου πολίτη, αναφορικά με ένα τελετουργικό που προσβάλλει όχι μόνο την ουσία της (όποιας) πίστης των γύρω του, αλλά και τον ίδιον τον πολιτικό μας πολιτισμό, με την ιδιαίτερη βαρύτητα που κουβαλά ο τελευταίος από το απώτατο παρελθόν. Νομίζω την καταλληλότερη απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Έλληνας Διαφωτιστής, σχεδόν δύο αιώνες νωρίτερα, μέσα από τον χαρακτηριστικό διάλογο των δύο πρωταγωνιστών του:

Κ. Αφόβως λοιπόν κι εγώ θέλω δημοσιεύσειν τον Διάλογόν μας.
Φ. Αφόβως, αφόβως.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Όταν ο Μηνάς Παπαγεωργίου μου ζήτησε να προλογίσω αυτό το πόνημα, είχα την εντύπωση πως θα ήταν το πιο εύκολο πράγμα που έχω κάνει εδώ και καιρό.

Επειδή απλά, την ανάγκη του απόλυτου διαχωρισμού της Πολιτείας από την Εκκλησία την έχω κατασταλαγμένη μέσα μου εδώ και πολλά χρόνια.

Τελικά, αποδείχτηκε εξαιρετική σπαζοκεφαλιά. Γιατί;

Μα γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι τόσο απόλυτα αυτονόητη θέση, που δεν έχει ανάγκη από περαιτέρω υποστήριξη.

Δυστυχώς, δεν είναι έτσι.

Ο εναγκαλισμός της Πολιτείας εκ μέρους της οργανωμένης και επίσημης θρησκείας του κράτους αυτομάτως παράγει μία σειρά από στρεβλώσεις που εδώ και πάμπολλες δεκαετίες, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχουν αφομοιωθεί στην κανονικότητα με αποτέλεσμα την παραμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον κόσμο.

Η θρησκευτικότητα ταυτίζεται με αυτόν τον τρόπο με μία θρησκεία· στην περίπτωσή μας, με την ορθόδοξη εκδοχή του χριστιανισμού.

Αυτό, επειδή συμβαίνει με το καλημέρα, δηλαδή με τον νηπιοβαπτισμό, ουσιαστικά αποκόπτει τη συνείδηση του ατόμου από την έννοια της ιστορικότητας που φέρει εντός του.

Εκπαιδεύει τη συνείδηση σε έναν κόσμο που βρίσκει τον δρόμο του σε μία «μετά Χριστόν» εποχή, καθιστώντας την «προ» ξένη και άσχετη ως προς την ιστορική ταυτότητα ενός εκάστου εκ των υποκειμένων.

Μόνο αν αναλογιστεί κάποιος για πόσο καιρό συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα, μπορεί να ξεκινήσει τη συνειδητοποίηση πως η αρχαιότητα, ο προχριστιανικός κόσμος, έχει μεταβληθεί σε έναν θολό καμβά από τον οποίο η επίσημη αφήγηση ανακαλεί κατά το δοκούν ό,τι επιθυμεί ανά συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Κυρίως «ηρωικές» θυσίες, οι οποίες αποκόπτονται βίαια από το φιλοσοφικό και πρωτογενές ελληνικό θρησκευτικό πλαίσιό τους.

Η Πολιτεία, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να επιβάλλει «επίσημη θρησκεία».

Δεν πρέπει, δηλαδή, να έχει το δικαίωμα για κάτι τέτοιο.

Η Πολιτεία οφείλει να είναι κοσμική και να προσφέρει ίσο χώρο σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα που κομίζουν οι πολίτες της, εκτός εάν κάποιο από αυτά περιέχει πρακτικές και αντιλήψεις που επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο τις ζωές και την καθημερινότητα άλλων ομάδων πληθυσμού, που είτε ανήκουν σε διαφορετική ομάδα είτε και σε καμία.

Ο νηπιοβαπτισμός, δηλαδή η προειλημμένη ένταξη ενός ανηλίκου ανθρώπου σε ένα (οποιοδήποτε) θρησκευτικό/φιλοσοφικό δόγμα, ισοδυναμεί με βιασμό της ελεύθερης βούλησης.

Είναι τραγελαφική η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που κηρύττει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου να πράξει «το καλό» ή «το κακό» και να πορευθεί στη βάση των ίδιων επιλογών του, ενώ αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει τη βάπτιση των νηπίων αφενός και τη δικτατορεύουσα παρουσία της στα σχολεία αφετέρου.

Συνιστά, όμως, τραγωδία η αδυναμία της Πολιτείας, ακόμα και σήμερα στον 21ο αιώνα, να επιβάλλει στην εκκλησία τον αποκλεισμό που οφείλει να επιβάλλει από τα σχολεία.

Η αδυναμία της Πολιτείας, που ακόμα και όταν θέλει, δεν μπορεί να εξοστρακίσει την Εκκλησία από το σώμα της Παιδείας, είναι τραγωδία.

Είναι τραγωδία η διαιώνιση των «Θρησκευτικών» ως μάθημα που διδάσκεται από θεολόγους, και η μη αντικατάστασή τους από την Ιστορία των Θρησκειών και τη Συγκριτική Θρησκειολογία που μπορεί να διδαχθεί από εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ιστορία.

Βεβαίως, γράφοντας για την Ελλάδα, δεν ξέρει κανείς ποια τραγωδία να πιάσει και ποια να αφήσει.

Διότι στον γεωγραφικό χώρο που γέννησε τη διαλεκτική και τη φιλοσοφία, ο κάθε απόφοιτος για παράδειγμα της Φιλολογίας, είναι ήδη (υποτίθεται) έτοιμος να μπει σε μία τάξη και να διδάξει. Όπως και ο κάθε απόφοιτος της Φυσικομαθηματικής κλπ.

Σε σοβαρές χώρες που στοχεύουν στη δημιουργία ενήλικων πολιτών, αν επιθυμείς να ενταχθείς στο εκπαιδευτικό σύστημα ως δάσκαλος υποχρεώνεσαι να κάτσεις εκ νέου στο θρανίο για να διδαχθείς το «Πώς Διδάσκεις ‒ Πώς Φέρεσαι ‒ Πώς επιλύεις τα καθημερινά προβλήματα σε μια τάξη ‒ Πώς ανανεώνεις διαρκώς το γνωστικό σου οπλοστάσιο».

Αυτά θα έπρεπε να είναι κυρίαρχα αιτήματα των Εκπαιδευτικών, αλλά πάμε έτσι σε άλλη ιστορία.

Ας επιστρέψω στο άμεσο θέμα.

Για την κρίσιμη αναγκαιότητα ενός οριστικού διαζυγίου μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, θα κάνω χρήση των όσων είχε πει ο Θεολόγος και ακαδημαϊκός Ιωάννης Καρμίρης (1903-1995): «Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία δεν επιζητεί να γίνει ούτε Κράτος υπέρ Κράτος, ούτε Κράτος εν κράτει, διότι αποβλέπει ουχί εις τα επίγεια, αλλ’ εις τα ουράνια».

Εφόσον, λοιπόν, θεωρητικά αποβλέπει «εις τα ουράνια» και «ουχί εις τα επίγεια», οφείλει όχι μόνο να εξαφανιστεί από κάθε πτυχή του Πολιτειακού πλαισίου, αλλά και να επιστρέψει σε εκείνα που έχουν αποδοθεί στον ιδρυτή της, είτε αυτός υπήρξε είτε όχι.

Δηλαδή, στην ταπεινότητα, την παιδευτική πενία, την αγαθότητα, την πραότητα, τον βίο δια της ελεημοσύνης των αδελφών, και να απαλλαχθεί πάραυτα από τις περιουσίες, τις ιδιοκτησίες, τα αυτοκίνητα, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τους πολυτελείς ναούς και την κριτική επί παντός για τον κοσμικό βίο.

Δεν με ενδιαφέρει σε αυτό το σημείωμα να δείξω ή να αποδείξω το πού χωλαίνει η χριστιανική θρησκεία.

Το πού και πώς ακυρώνει την ανθρώπινη πρόοδο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί κατά τη γνώμη μου, αυτό αφορά και τα δύο μεγάλα μονοθεϊστικά ρεύματα που έτσι κι αλλιώς είναι συγκοινωνούντα δοχεία, όσο και αν το αρνούνται οι εκατέρωθεν ζηλωτές τόσο του χριστιανισμού όσο και του ισλαμισμού. Άρα για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμασταν πάμπολλες σελίδες και, ακόμα περισσότερο, αυστηρή εξειδίκευση.

Κλείνω αυτόν τον πρόλογο με μια θέση και ένα ερώτημα προς όλους:

Ο τόσο επίμονα λοιδορούμενος προχριστιανικός κόσμος (αυτός ο «μιαρός», «αμαρτωλός», «παραδομένος σε δαίμονες», «ειδωλολατρικός») είναι που γέννησε (όχι μόνο στον Ελλαδικό χώρο, ασφαλώς!) όλα όσα βοήθησαν τον άνθρωπο να σταθεί όρθιος:

Φιλοσοφία, επιστήμες, τέχνες, αισθητική, ιστορική αντίληψη, διαλεκτική, δημοκρατία.

Ακόμα και τα πιο σύγχρονα ρεύματα, όπως της οικολογίας, έλκουν την καταγωγή τους από την περί Ιερότητος της Φύσης κοσμοαντιλήψεις του προ-μονοθεϊστικού κόσμου.

Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, αυτές τις αξίες ανακάλεσαν προκειμένου να ξαναδεί φως η ανθρώπινη σκέψη, αιώνες ολόκληρους μετά τους σκοτεινούς αιώνες.

Τι άλλο θέλουμε για να κατανοήσουμε πως η Πολιτεία πρέπει να είναι απολύτως απαλλαγμένη από την οποιαδήποτε θρησκευτική ευλογία, ώστε να μπορέσει να καλλιεργηθεί και να ανθήσει η πνευματική σύνθεση;

Γιώργος Πήττας
Επικοινωνιολόγος

αποκτήστε το βιβλίο…

Με έντονα τα αισθήματα της υπερηφάνειας αλλά και της ευθύνης απέναντι στο αναγνωστικό κοινό, η σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite παρουσιάζει την πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου “Τα Ερείπια ή συλλογισμοί επί της εναλλαγής των αυτοκρατοριών” (1789), γραμμένο από έναν σπουδαίο, αλλά ελάχιστα γνωστό στη χώρα μας Γάλλο Διαφωτιστή.

Ο Constantin François de Chassebœuf ή κόμης του Βολνέ ή απλά Βολνέ (1757-1820), υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, ένας πανεπιστήμονας της εποχής του. Γεννήθηκε το 1757 στην Γαλλική πόλη Craon από εύπορη οικογένεια και υπήρξε φιλόσοφος, μελετητής των ανατολικών πολιτισμών, ιστορικός και πολιτικός. Σε ηλικία 19 ετών μετέβη στο Παρίσι για σπουδές στους τομείς της Ιατρικής και της Νομικής, σύντομα όμως αφιερώθηκε στην Ιστορία και τη Γλωσσολογία. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με προσωπικότητες της εποχής του όπως ο Βενιαμίν Φρανγκλινος και ο Βαρόνος του Χόλμπαχ (στον οποίον αποδίδεται το περίφημο “Περί τριών απατεώνων – Μωυσής, Ιησούς, Μωάμεθ”).

Ο Βολνέ πραγματοποίησε το 1782 μία πολύμηνη περιπλάνηση στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ταξιδεύοντας στην Αίγυπτο, τη Συρία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη, μαθαίνοντας μάλιστα τις τοπικές διαλέκτους. Τις εμπειρίες του από τα ταξίδια του αυτά, τις αποτύπωσε σε συγγραφικά έργα τα μετέπειτα χρόνια.

Υπήρξε υπέρμαχος της ανάγκης για ειρηνικές συνεννοήσεις μεταξύ των λαών, γεγονός που θεωρούσε ότι θα απέτρεπε μελλοντικές πολεμικές συγκρούσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο θα ήταν η γνωριμία των κυβερνητών, αλλά και του κάθε πολίτη ξεχωριστά, με τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα των ξένων προς αυτούς πολιτισμών και παραδόσεων. Γι’ αυτό και θεωρούσε ότι στο μέλλον όλες οι θρησκείες θα συνενώνονταν σε μία παγκόσμια, εξαιτίας μιας κοινής “αλήθειας” που ανιχνέυεται στον πυρήνα τους.

Αναμίχθηκε έντονα με την πολιτική ζωή στη Γαλλία, ενώ οι σχέσεις του με τον Ναπολέοντα υπήρξαν ταραγμένες (έστω κι αν ο τελευταίος του απένειμε τον τίτλο του Κόμη). Απεβίωσε το 1820 στο Παρίσι και ο ομολογουμένως εντυπωσιακός τάφος του (σε σχήμα πυραμίδας) βρίσκεται μέχρι και σήμερα στο πασίγνωστο νεκροταφείο Père Lachaise.

Tα “Ερείπια” αποτελούν έναν ύμνο στις ιδέες του Διαφωτισμού. Το κεντρικό τους νόημα είναι ότι η ευημερία των αυτοκρατορίων είναι άμεσα συνυφασμένη με την ποιότητα της Παιδείας που δίνουν οι εκάστοτε κυβερνώντες στους πολίτες. Στο βιβλίο ο αναγνώστης θα συναντήσει κεφάλαια που θίγουν ζητήματα και φιλοσοφικούς προβληματισμούς όπως την παρουσία του ανθρώπου στο σύμπαν, τις απαρχές της κοινωνίας, την προέλευση των κυβερνήσεων και των νόμων, τον φόβο και τις συνωμοσίες των τυρράνων, την αναζήτηση της αλήθειας, τις πηγές των δεινών στις κοινωνίες, καθώς επίσης και ερωτήματα σχετικά με την πιθανή μελλοντική βελτίωση του ανθρώπινου γένους. Ξεχωριστή, όμως, αναφορά γίνεται στο ζήτημα του θρησκευτικού συγκρητισμού. Ο Βολνέ πραγματοποιεί μία εκτενή αναφορά στην προέλευση και καθιέρωση των θρησκευτικών ιδεών, από την εποχή της λατρείας των δυνάμεων της φύσης μέχρι τον Χριστιανισμό, τον οποίον και παρουσιάζει στοιχειοθετημένα ως αλληγορική ηλιακή λατρεία και αμάγαλμα ποικίλων προγενέστερων μυθολογικών παραδόσεων.

Τα προηγούμενα τον έχουν τοποθετήσει ιστορικά στην κατηγορία των πρώτων Μυθικιστών (αμφισβητίες της ιστορικότητας του Ιησού και μελετητές των ομοιοτήτων της πρωταγωνιστικής φιγούρας του χριστιανισμού με άλλες προχριστιανικές θεότητες της Μεσογείου) στα νεότερα χρόνια, μαζί με τον επίσης Γάλλο καθηγητή ρητορικής, Charles Francois Dupuis (1742-1809), ο οποίος λίγα χρόνια μετά την έκδοση των “Ερειπίων”, δημοσίευσε το έργο Origine de tous les Cultes, ou la Réligion Universelle, στο υλικό του οποίου είχε πρόσβαση ο Βολνέ πριν την έκδοση του έργου του.

Αξιοσημείωτο είναι το ότι η πρώτη αγγλική μετάφραση των “Ερειπίων” πραγματοποιήθηκε από τον Thomas Jefferson (1743-1826), κατά τη διάρκεια της θητείας του ως αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του John Adams και προτού ο ίδιος εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ. Jefferson και Βολνέ συνδέονταν με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, γεγονός που πιστοποιείται από τις συναντήσεις τους κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του δεύτερου στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Είναι επίσης γεγονός πώς ο Jefferson προβληματιζόταν έντονα αναφορικά με τη δημοσιοποίηση του ονόματός του ως επίσημου μεταφραστή του έργου, εξαιτίας της παρουσίας των ριζοσπαστικών μυθικιστικών ιδεών εντός του (ιδέες που μάλλον ασπαζόταν και ο ίδιος), οι οποίες θεωρούσε ότι θα αποτελούσαν βούτυρο στο ψωμί των πολιτικών του αντιπάλων. Γι’αυτό και η μετάφραση των τελευταίων κεφαλαίων του βιβλίου πραγματοποιήθηκε από τον αμερικανό ποιητή Joe Barlow, που κατά τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας των “Ερειπίων” στα αγγλικά, “χρεώθηκε” ολόκληρη τη μετάφραση του έργου.

230 χρόνια αργότερα, “Τα Ερείπια” κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά, συνοδευόμενα από ένα ακόμη έργο του Βολνέ, το “Ο νόμος της φύσης” ή “Φυσικός Νόμος”. Η μελέτη αυτή εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1793 (μεταφράστηκε μάλιστα στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα), και κάποια στιγμή, εντός των πρώτων δύο δεκαετιών του 19ου αιώνα, ξεκίνησε να συμπεριλαμβάνεται στον ίδιο τόμο με τα “Ερείπια”.

Η έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Πρόκειται για ένα πολύτιμο, πλην όμως λησμονημένο, κείμενο του Γαλλικού Διαφωτισμού, το οποίο συνδέει την Ανατολή και τη Δύση εκείνης της εποχής, ενώ παράλληλα αποτελεί έναν θησαυρό γνώσης για τους ερευνητές του Μυθικισμού, που έχουν πλέον τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τα πρώτα βήματα του εν λόγω ερευνητικού πεδίου στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Pin It on Pinterest

Share This
X