Επιλογή Σελίδας

σειρά Lux Orbis

μία νέα σειρά βιβλίων από το iWrite.gr!
 

Lux Orbis

Φωτίζοντας τα σκοτάδια της ανθρωπότητας…

Πορευόμαστε σε εποχές όπου τα σκοτάδια απλώνουν και πάλι απειλητικά τη σκιά τους πάνω από την ανθρωπότητα, σε κάθε πτυχή του βίου μας: πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική… Στη χώρα μας τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται μεγεθυμένα, γεγονός που έχει καταφανέστατα επηρεάσει μία σειρά από παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα μας.

Η νέα σειρά βιβλίων των εκδόσεων iWrite, με την επωνυμία Lux Orbis (Το φως του κόσμου), αποπειράται να αναδείξει προοδευτικές ιδέες σύγχρονων στοχαστών, μα και λαμπρά, λησμονημένα έργα από την εποχή της νεωτερικότητας (17ος-20ος αιώνας). Απώτερος στόχος των εμπνευστών της φρέσκιας αυτής εκδοτικής προσπάθειας είναι να θέσει στο προσκήνιο της Δημόσιας Σφαίρας την ανάγκη για τον ερχομό ενός Νέου Διαφωτισμού, ο οποίος με τη σειρά του θα μπολιάσει την κοινωνία με πληροφορίες και ριζοσπαστικές θέσεις που θα βοηθήσουν να σηκωθεί και πάλι ο Ήλιος πάνω απ’ την Ελλάδα.

 

τα βιβλία της σειράς

Από τον πρόλογο του βιβλίου:
 
[…]

Ο Μηνάς Παπαγεωργίου, στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, πιστεύει σε έναν Νέο Διαφωτισμό. Σε μια νέα προσπάθεια να σταθεί ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος στα πόδια του, με βάση τις αξίες που έχτισαν τη Δύση, αξίες που σε μεγάλο βαθμό έχουμε υιοθετήσει ως δικής μας έμπνευσης.

Δεν το κάνει στο κενό. Βασίζει την ανάλυσή του σε ιστορικά γεγονότα που αναδεικνύουν πως, σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, οι πατέρες του έθνους βρέθηκαν απέναντι στις δυνάμεις της συντήρησης και αναγκάστηκαν να κάνουν υποχωρήσεις από τα οράματα που είχαν θέσει για την Ελλάδα που ίδρυαν. Εξηγεί πως, ακόμα και σε επιστημονικά ζητήματα όπως οι θεωρίες της αστρονομίας, συντηρητικές δυνάμεις, και στο συγκεκριμένο ζήτημα η εκκλησία, καθυστερούσαν επιστημονικές και εκπαιδευτικές εξελίξεις απαραίτητες για τη δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους. Δείχνει δε πως τέτοιες δυνάμεις είναι ακόμη ζωντανές και προσπαθούν να επιβληθούν στη ζωή του τόπου με την ίδια ανοσία προς την πραγματικότητα που βιώνουν οι κοινωνίες μας, όπως οι υποστηριχτές της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ. Μέσα από αυτή την ανάλυση οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τώρα είναι μια ευκαιρία να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να ανοίξουμε έναν διευρυμένο πολιτικό διάλογο που θα επαναφέρει την ανάγκη να δυναμώσουμε τα θεμέλια μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Συμφωνώ απόλυτα. Μια νέα ευκαιρία να δούμε αν και πώς υπηρετούνται οι αξίες του Διαφωτισμού στην Ελλάδα, θα μπορούσε να αναδείξει και να διορθώσει πολλές από τις πτυχές της διοίκησης της χώρας που σήμερα είναι προβληματικές. Άλλωστε, δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι είμαστε ένα κράτος «ίσων» πολιτών, όταν το επίπεδο της πρόσβασής μας στο κεντρικό πολιτικό σύστημα διαφοροποιεί τα δικαιώματά μας ή όταν η καθυστέρηση απόδοσης της δικαιοσύνης επιτρέπει στον δυνατό να επιβληθεί στον αδύναμο. Δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε δημοκρατία όταν οι πολιτικοί μας χρηματοδοτούνται στο σκοτάδι και όταν τα κόμματά μας εκβιάζονται από τραπεζίτες. Και δεν μπορούμε να νιώθουμε ελεύθεροι σε μια χώρα όπου οι κανόνες είναι τόσο περίπλοκοι που βρισκόμαστε στο έλεος όσων κρατούν την εξουσία. Μια καθολική άσκηση σύγκρισης των πρακτικών του πολιτικού συστήματος με τις αξίες που υποτίθεται υπηρετεί, θα ήταν μια πολύ σημαντική άσκηση για τη χώρα την ώρα που γιορτάζει την ίδρυσή της.

Προφανώς, θέλει προσοχή το πώς θα γίνει και πώς θα διαχειριστούμε τα συμπεράσματά της. Διότι η τυφλή αντιγραφή των κοινωνιών που δυνάμωσαν από τις αξίες του Διαφωτισμού, δεν διαφέρει σημαντικά από την τυφλή αγκίστρωση στη Συντήρηση και τον Σκοταδισμό. Άλλωστε, η δύναμη των αξιών του Διαφωτισμού δεν πηγάζει από την αποτελεσματικότητά τους να χτίσουν πολιτισμένες κοινωνίες. Αυτό είναι μόνο το σύμπτωμα της υιοθεσίας τους. Η αιτία που οδηγεί τις αξίες του Διαφωτισμού να χτίζουν ισχυρές και δυναμικές κοινωνίες είναι η βαθιά τους πίστη στην αξία του Ανθρώπου, στην ελευθερία του και στο δικαίωμά του να συνδιαμορφώνει το μέλλον της κοινωνίας του. Είναι ο λόγος που κάνει έναν πολίτη να στέκεται περήφανα στα πόδια του και να εξαντλεί τις δυνατότητές του να προοδεύει ατομικά και συλλογικά.

Άλλωστε, στη μάχη μεταξύ Ηλιοκεντριστών και Γεωκεντριστών που παρουσιάζει ο κ. Παπαγεωργίου, οι Γεωκεντριστές είναι αυτοί που έχουν ανάγκη ο Άνθρωπος να είναι στο επίκεντρο του Σύμπαντος. Αυτή η προσέγγιση όμως δεν απορρέει από τις δυνατότητες του Ανθρώπου αλλά από τη σχέση του με τον Θεό, καθιστώντας τον Άνθρωπο ετερόφωτο. Αντίθετα, οι Ηλιοκεντριστές, προϊόντα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, βάζουν τον Άνθρωπο στο επίκεντρο της φιλοσοφίας τους, διότι σέβονται τη δυνατότητά του να χρησιμοποιήσει την επιστήμη, που ο ίδιος δημιουργεί, για να δει την πραγματικότητα και να αναιρέσει ότι βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου. Αντίθετα από τους Γεωκεντριστές, οι Ηλιοκεντριστές βάζουν τον Άνθρωπο στο επίκεντρο του πλανητικού συστήματος, όχι βάσει της γεωγραφικής του τοποθέτησης στο κέντρο, αλλά βάσει της δυνατότητάς του να αποδείξει ότι αυτό δεν ισχύει. 

Σε αυτό το αξίωμα, στη βαθιά πίστη ότι ως Άνθρωποι και ως Πολίτες έχουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση να αμφισβητήσουμε ό,τι θεωρούσαμε θέσφατο, να αξιολογήσουμε ό,τι κάνουμε σωστά και να μην κρυφτούμε από αυτά που κάναμε λάθος, βρίσκεται και η δύναμη του Διαφωτισμού. Ότι ο ίδιος ο Άνθρωπος, ο Πολίτης, είναι αυτός που αξιολογεί την πορεία του και χαράζει ένα καλύτερο αύριο. Οι αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισοπολιτείας, της αλληλεγγύης, δημιουργούν σύγχρονες και δυναμικές κοινωνίες όχι όταν επιβάλλονται σε έναν λαό ως αλάθητες, αλλά επειδή εναποθέτουν τις ελπίδες για το μέλλον της κοινωνίας στα χέρια του λαού της, πιστεύοντας στη δυνατότητα του ίδιου του λαού της να μεγαλουργήσει μέσα από τις δικές του δυνατότητες.

Αυτό ακριβώς το αξίωμα βρίσκεται στο επίκεντρο της δικής μας πρόκλησης εν όψει της επετείου ίδρυσης του ελληνικού έθνους-κράτους. Μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια την πραγματικότητα και να κατανοήσουμε ότι κανείς άλλος, εκτός από εμάς τους Έλληνες, δεν ευθύνεται για την πορεία μας από εδώ και μπρος; Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε πλέον ούτε να περιμένουμε από άλλους, ούτε να τα ρίχνουμε σε άλλους, όταν τα πράγματα δεν οδεύουν όπως εμείς θέλουμε; Μπορούμε να κατανοήσουμε ότι το πρώτο βήμα για να ορίζουμε την κοινωνίας μας είναι να πιστέψουμε ότι ορίζουμε την κοινωνία μας και ότι κανένα μας χαρακτηριστικό δεν μας περιορίζει από το να το κάνουμε σωστά; Αν θέλουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που υιοθετεί, σέβεται και εκπέμπει ελευθερία, δημοκρατία και αλληλεγγύη, θα πρέπει να τη φτιάξουμε μόνοι μας.

Αμέσως μετά από κάθε μακελειό σε σχολείο της Αμερικής, οι υπερασπιστές της οπλοκατοχής απαντούν κυνικά: «Δεν σκοτώνουν τα όπλα, οι άνθρωποι σκοτώνουν». Δεν διαφέρει πολύ από το «οι καλύτεροι Έλληνες φεύγουν». Είναι φράσεις που απευθύνονται με τέτοια απαξίωση στον πολίτη, που τον οδηγούν σε παραίτηση. Τον οδηγούν να πιστεύει ότι τελικά εμείς που μένουμε πίσω είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη χωρίς δυνατότητες παρέμβασης. Ότι δεν είμαστε δημιουργήματα των πολιτικών μας επιλογών, αλλά μιας εσωτερικής αδυναμίας που δεν ξεπερνιέται.

Δεν είναι έτσι. Ποτέ δεν ήταν. Οι όποιες πολιτικές μας επιλογές, ακόμα και αν εξηγούνται διαβάζοντας την ιστορία μας, παραμένουν αποκλειστικά αυτό: πολιτικές επιλογές. Επιλογές που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές και σε κάθε περίπτωση μπορούν να αλλάξουν σήμερα. Σίγουρα θέλει δουλειά και τόλμη για να αλλάξεις τα κακώς κείμενα, ειδικά αυτά που είναι τόσο ανεξίτηλα γραμμένα στην ιστορία σου, αλλά το πρώτο που χρειάζεται είναι να πιστέψεις ότι μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις. Διότι μόνο όταν πιστέψουμε πραγματικά στους εαυτούς μας και τις ικανότητές μας θα δημιουργήσουμε ένα έθνος που πιστεύει σε εμάς τους Έλληνες, τις Ελληνίδες και τη δυνατότητά μας να σταθούμε στα πόδια μας. Και μόνο τότε θα μπορούμε να επικαλεστούμε, χωρίς το «προτιμούμε», ότι η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες.

Παύλος Γερουλάνος

αποκτήστε το βιβλίο…

Μηνάς Παπαγεωργίου - Ηλιοκεντρικό Σύστημα και Ζωή στο Διάστημα το 1821 - Εκδόσεις iWrite

To 1901, ογδόντα ολόκληρα χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης που οδήγησε στην αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, οι διαμάχες για τη φύση της ελληνικής ταυτότητας δεν έχουν κοπάσει. Στοχαστές και λόγιοι της εποχής διασταυρώνουν τις… πένες τους ακόμα και για θεωρητικά αυτονόητα ζητήματα όπως αυτό: Πρέπει να αποκαλούμαστε Έλληνες ή Ρωμιοί;

Ενδεικτικό παράδειγμα, αναφορικά με το προαναφερθέν, αποτελούν τα κείμενα του μικρού βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας. Αφορούν μία επιστολή του πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας, Νικόλαου Πολίτη (1852-1921), στην εφημερίδα «Αγών» (12/10/1901), που δημοσιεύεται ως απάντηση σε άρθρο του ποιητή Κωστή Παλαμά (1859-1943), στο φύλλο της εφημερίδας «Άστυ», την αμέσως προηγούμενη ημέρα.

Χρησιμοποιώντας στέρεα επιχειρήματα από τα πεδία της Ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών, ο Πολίτης υποστηρίζει τη χρήση της ονομασίας «Έλλην», υπερτονίζοντας τη σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους τους προγόνους. Απαριθμεί, μάλιστα, μία σειρά από περιπτώσεις που καταδεικνύουν ότι ο προσδιορισμός «Έλληνας» εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται από αρκετές μεμονωμένες, «αποκλίνουσες» τις περισσότερες φορές, προσωπικότητες μέσα στον χρόνο, από την ύστερη αρχαιότητα και τους χριστιανικούς διωγμούς κατά των Ελλήνων, μέχρι την Αναγέννηση και τους Πληθωνικούς κύκλους του Μυστρά. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Παλαμάς θεωρεί την επανεγκαθίδρυση του όρου «δυσκολορρίζωτη».

Από την άλλη, ο Πολίτης συνδέει τη χρήση του όρου «Ρωμιός» με τη Βυζαντινή ιδιοσυγκρασία, υποβιβάζοντάς την και θεωρώντας την ξεπερασμένη από τα χρόνια της Άλωσης και μετέπειτα. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι η Ρωμιοσύνη αποτέλεσε το όχημα της Εκκλησίας για να στηρίξει στα χρόνια πριν και μετά την Επανάσταση το ιδεολογικό σχήμα του Ορθόδοξου Γένους των Ρωμιών, ως αντιστάθμισμα στο Έθνος των Ελλήνων που προωθούσαν οι Διαφωτιστές. Αποτελεί έναν από τους ελάχιστους στοχαστές της εποχής του που αντιλαμβάνεται ότι οι λέξεις είναι ζωντανοί οργανισμοί που αντανακλούν ισχυρούς συμβολισμούς και πρότυπα, πλάθοντας, παράλληλα, πραγματικότητες για το παρόν και το μέλλον ενός τόπου.

Το γεγονός ότι σήμερα, διακόσια χρόνια μετά το ’21 και έναν αιώνα μετά την καταγραφή της, η διένεξη αυτή του Ν. Πολίτη και του Κ. Παλαμά παραμένει, ως προς την ιδεολογική κατεύθυνση του πράγματος, ανοιχτό θέμα συζήτησης στην ελληνική Δημόσια Σφαίρα, καταδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις ανοιχτές πληγές της νεοελληνικής ταυτότητας, με τους εθνικούς μύθους και τα αντικρουόμενα ιδεολογικά στοιχεία που τη συνθέτουν. Έτσι ο ιδιότυπος αυτός γραπτός διάλογος μεταξύ δύο κορυφαίων Ελλήνων στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνα, σε συνδυασμό με τον άκρως διαφωτιστικό πρόλογο του Δρ. Κοινωνιολογίας της θρησκείας, Αλέξανδρου Σακελλαρίου, που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, υπενθυμίζουν εμφατικά ότι η Ιστοριογνωσία αποτελεί την κυριότερη οδό για την εθνική αυτογνωσία.

Με αυτόν τον τρόπο γίνεται αντιληπτό ότι η ελληνικότητα δεν είναι μία αόριστη και αφηρημένη έννοια που χαρακτηρίζει τη διαχρονική πορεία των κατοίκων αυτού του τόπου, αλλά μία ζώσα κοσμοαντίληψη, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αξιακά συστήματα, άγνωστα, δυστυχώς, στην πλειονότητα των κατοίκων του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό και οφείλουμε κάποια στιγμή να επιλέξουμε αν θα φέρουμε «στεφάνι αγριλιάς από την Ολυμπία» ή «στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό», όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Παλαμάς. Αν, τελικά, μας αξίζει να αποκαλούμαστε Έλληνες ή Ρωμιοί.

Μηνάς Παπαγεωργίου, 
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Νικόλαος Πολίτης - Κωστής Παλαμάς - Έλληνες η Ρωμιοί - Lux Orbis - Εκδόσεις iWrite

Το Γεγονός της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία, ήταν αναμενόμενο να ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τη φύση της ελληνικής ταυτότητας, την επαναξιολόγηση σημαντικών πτυχών της ιστορίας μας, αλλά και την αμφισβήτηση του ρόλου “παραδοσιακών” κοινωνικών θεσμών. Ποιος, άλλωστε, δεν κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέπτη τις δύσκολες στιγμές, αναλογιζόμενος τι έπραξε σωστά και τι λάθος;

Ο Κωνσταντίνος Σάθας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του νέου ελληνισμού, θέτοντας τις βάσεις για την ανάπτυξη των Βυζαντινών και Μεσαιωνικών σπουδών στη χώρα μας. Στις μέρες μας είναι ελάχιστα γνωστός, ακριβώς επειδή αντιτάχθηκε στο κυρίαρχο ιδεολογικά, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και εξής, “εθνικό αφήγημα” του ελληνοχριστιανισμού των Ζαμπέλιου και Παπαρηγόπουλου. Αμφισβήτησε την ελληνικότητα του Βυζαντίου, έκανε λόγο για μη… ομαλή ένταξη του χριστιανισμού στις συνειδήσεις των ελληνικών πληθυσμών –αναφερόμενος μάλιστα σε περιοχές που εκχριστιανίστηκαν μόλις κατά τον 15ο αιώνα–, ενώ υποστήριξε ότι η φιλοσοφία και οι πρακτικές άσκησης της ελληνικής κοσμοθέασης δεν εξαφανίστηκαν μέσα στους αιώνες, παρά την έλευση του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση του Παπαρηγόπουλου, που στα 1899 σημειώνει για τον Σάθα στο έργο του “Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους”: “Ο μεσαιωνοδίφης εκείνος… παρεποίησε την σεμνήν του Θουκυδίδου επιστήμην, μεταβαλών αυτήν εις ιλαροτραγωδίαν, όπως οι ημέτεροι πρόγονοι εκάλουν πάσαν της τραγωδίας διακωμώδησιν”.

Για τη συγγραφή των μελετών του ο Σάθας δεν περιορίστηκε μόνον στις εν Ελλάδι υπάρχουσες ιστορικές πηγές. Επιφανείς ιστοριοδίφες της εποχής του, χρηματοδότησαν τα ταξίδια του σε πόλεις με έντονο το ελληνικό στοιχείο, όπως για παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη, τη Φλωρεντία, τη Βενετία κ.ά. Τα προηγούμενα είχαν ως αποτέλεσμα να έρθουν στο φως αρκετές αφανείς και συνάμα “αποκλίνουσες” όψεις της ελληνικής ιστορίας, όπως για παράδειγμα η ύπαρξη μιας αδελφότητας μυημένων «εθνικών» στον Μυστρά του 15ου αιώνα, καθοδηγούμενη από τον φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό – Πλήθωνα, ο ρόλος που διαδραμάτισαν λόγιοι αρχαιολάτρες stratioti (ή Στρατιώτες) στη Δύση στα χρόνια μετά την Άλωση, καθώς επίσης και η δράση μιας μυστηριώδους “Εταιρείας”, που έως και τις παραμονές της Επανάστασης κρατούσε άσβεστη τη φλόγα των αρχαίων μυστηρίων και του ελληνισμού.

Το παράδοξο αναφορικά με την περιβόητη “Εταιρεία” στην οποία αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Σάθας, είναι ότι η ύπαρξή της δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο επίσημο ιστορικό έγγραφο. Αναλύοντας κανείς εντελώς κυνικά το παραπάνω γεγονός, καταλήγει στο συμπέρασμα πως είτε πρόκειται για μία υπόθεση που για άγνωστους σε εμάς λόγους αποφάσισε να επινοήσει ο Έλληνας ιστορικός είτε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του πέτυχε να αποκτήσει πρόσβαση σε ιδιωτικά αρχεία παλαιών ελληνικών οικογενειών (πιθανότατα της Ιταλίας), που εμπλούτισαν περαιτέρω τις γνώσεις του επάνω στο συγκεκριμένο πεδίο έρευνας.

Επιπλέον ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση, έδωσε το 2017 ο αείμνηστος συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Βλάσης Ρασσιάς, με την έκδοση του ιστορικού αφηγήματός του “… το μεγαλείο και την απελπισία σου” (εκδ. Ανοιχτή Πόλη). Ο Ρασσιάς, ένας από τους σοβαρότερους εκπροσώπους του ρεύματος για την επαναφορά της ελληνικής κοσμοθέασης, των αρχαίων ελληνικών αρετών και αξιών στον σύγχρονο κόσμο κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υποστήριξε ότι το 1994 συναντήθηκε στην Αθήνα με έναν άνδρα ονόματι “Αγαθία”, που του συστήθηκε ως εκπρόσωπος της Ολυμπίας Αδελφότητας, μιας συλλογικότητας που ταύτισε με την “Εταιρεία” του Σάθα.

Η έκδοση του τόμου που κρατάτε στα χέρια σας από τη σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite, χαρακτηρίζεται από μία διττή στόχευση. Αφενός να ανανεώσει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για το έργο και τις απόψεις του Κωνσταντίνου Σάθα αναφορικά με τη φύση της ελληνικότητας και τις διαμάχες για την ελληνική ταυτότητα κατά τον 19ο αιώνα και αφετέρου να συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο όλες τις αναφορές που υπάρχουν στα έργα του σχετικά με την “Αττική Εταιρεία” και τις προσωπικότητες που εμπλέκει σε αυτήν.

Για τον λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε η μεταγραφή επιλεγμένων αποσπασμάτων από την Εισαγωγή του έβδομου τόμου του έργου του, “Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη” (1872- 1894), καθώς επίσης και βιογραφίες στοχευμένα επιλεγμένων λογίων από το βιβλίο του “Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων” (1868).

Ο πρόλογος του παρόντος έργου υπογράφεται από τον δημοσιογράφο Στέφανο Μυτιληναίο, έναν από τους ανθρώπους που ασχολείται επισταμένα εδώ και πολλά χρόνια με το ζήτημα που εξετάζεται εδώ, δίνοντας μάλιστα μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες νέες διαστάσεις και ερευνητικές προοπτικές στην όλη υπόθεση. Σε μορφή παραρτήματος αναδημοσιεύεται το σχετικό άρθρο του Στ. Μυτιληναίου που είχε πρωτοπαρουσιαστεί σε περιοδικό έρευνας το καλοκαίρι του 2004. Στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζονται οι λιγοστές –πλην όμως άκρως βοηθητικές– βιβλιογραφικές προτάσεις που θα μπορούσαν να συνοδεύσουν τη μελέτη του παρόντος έργου.

 

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Για να βρεις ποιος σε εξουσιάζει, απλώς σκέψου
ποιος είναι αυτός που δεν επιτρέπεται να κριτικάρεις.
– Βολταίρος –

Η μελέτη του Πέτρου Παπαγεωργίου, «Φυσιοκράτης ή δεισιδαίμων;», αποτελεί το πρώτο συγγραφικό έργο που κυκλοφορεί από τη σειρά «Lux Orbis» των εκδόσεων iWrite. Ο συγγραφέας παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό ένα άρτια δομημένο εγχειρίδιο, που εν πολλοίς καταπιάνεται με ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει διαχρονικά η ανθρωπότητα: τη δεισιδαιμονία ως μέσο επιβολής εξουσίας από κάθε λογής ιερατείο.

Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινότητες και φτάνοντας έως τις σύγχρονες ανεπτυγμένες κοινωνίες, αναλύεται βήμα βήμα ο τρόπος με τον οποίο ποικίλοι εξωπραγματικοί μύθοι οδήγησαν στη δημιουργία οργανωμένων συστημάτων πίστης, που με τη σειρά τους εγκλώβισαν και συνεχίζουν να εγκλωβίζουν τους λαούς σε επιζήμιες για την πορεία του είδους μας πνευματικές φυλακές.

«Περισσότερο από αυτό που βολεύει, αξίζει αυτό που αληθεύει», σημειώνει χαρακτηριστικά -και ανάμεσα στα άλλα- ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας. Φρονώ πώς πρόκειται για μία από τις χρησιμότερες νουθεσίες που μπορούμε να λάβουμε ως κοινωνικό σύνολο, σε μία περίοδο που μας βρίσκει στο κέντρο της δίνης μιας χρόνιας πολιτισμικής κρίσης, την οποία χαρακτηρίζουν κάθε λογής επιβλαβή μυθεύματα, αλλόκοτα ιδεολογήματα, επίπλαστες «παραδόσεις» και δεισιδαιμονικές αντιλήψεις. Χαμένοι και μπερδεμένοι μέσα στον παραλογισμό των αντικρουόμενων πολλές φορές στοιχείων που συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία μας, επιλέγουμε να βλέπουμε τον εαυτό και το παρελθόν μας μέσα από συνεχώς μεταβαλλόμενους παραμορφωτικούς καθρέφτες, αδυνατώντας να αντιληφθούμε πώς οι ηθικές αξίες του ανθρώπου γεννιούνται και πορεύονται μέσα από τους ίδιους τους Φυσικούς Νόμους.

Η Στωική αυτή αντίληψη αποτελεί το σημαντικότερο, ίσως, μήνυμα που περνά ο Πέτρος Παπαγεωργίου μέσα από το έργο του, το οποίο και παραδίδουμε με υπερηφάνεια στο αναγνωστικό κοινό.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα, υπήρξε αναμφίβολα ένα γεγονός που άλλαξε ριζικά -και σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό- τον χάρτη της Ευρώπης. Με πνευματική του ατμομηχανή την έκρηξη του Διαφωτισμού μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το Γαλλικό επαναστατικό κίνημα αντιτάχθηκε εν πολλοίς στους τρεις μεγάλους πυλώνες του κυρίαρχου μέχρι εκείνα τα χρόνια κατεστημένου που καταδυνάστευαν τον λαό: στη Βασιλεία, τη Φεουδαρχία και την Εκκλησία.
Αυτή η μικρής έκτασης -πλην όμως άκρως κατατοπιστική και τεκμηριωμένη- μελέτη του Δρ. Ιστορίας και επιστημονικού συνεργάτη της σειράς Lux Orbis, Αθανάσιου Γάλλου, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίστηκε από τους Επαναστάτες ο Κλήρος, η εκκλησιαστική περιουσία, αλλά και ο ίδιος ο Χριστιανισμός σε ένα γενικότερο πλαίσιο, κατά τη διάρκεια της οκταετίας 1789-1797. Με αυτόν τον τρόπο εξετάζεται βήμα-βήμα η σφοδρή σύγκρουση με έναν κυρίαρχο θεσμό, γεγονός που οδήγησε στη βραχύβια κατάρρευσή του σε πολιτικό, οικονομικό, αλλά και ιδεολογικό επίπεδο για ένα μεγάλο κομμάτι της Γαλλικής κοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια αυτής της σύντομης χρονικά περιόδου -ένα μεγάλο κομμάτι της οποίας χαρακτηρίστηκε ως “αποχριστιανοποίηση”-, θεσπίστηκαν ανάμεσα σε άλλα η ελευθερία της συνείδησης, o πολιτικός χαρακτήρας των γεννήσεων, των γάμων και των θανάτων, το δικαίωμα στο διαζύγιο, καθώς επίσης και το πιο εντυπωσιακό, η αλλαγή στη μέτρηση του ίδιου του χρόνου, με την ημέρα έλευσης της Δημοκρατίας να παίρνει τη θέση του σημείου 0.

Μπορεί εκ των υστέρων η Εκκλησία να επανέκτησε κάποια από τα χαμένα προνόμιά της, παρ’ όλα αυτά, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο συγγραφέας, “το στοιχείο που θα έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από τη θρησκευτική πολιτική της Γαλλικής Επανάστασης, και που βρίσκεται άλλωστε σε συνάρτηση με τη γενικότερη κοσμοθεωρία που αυτή γέννησε, είναι ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους ή με άλλα λόγια, η δημιουργία του κοσμικού κράτους”.

Οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες που γέννησαν τη Γαλλική Επανάσταση, η σύγκρουση με έναν θεσμό που κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό επάνω στη βάση του εθιμικού δικαίου, οι κοινωνικές συνθήκες που ουσιαστικά επέβαλλαν την ανάγκη για “λατρεία της Λογικής”, αποτελούν ενδεχομένως και έναν οδοδείκτη για τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η έλευση των Διαφωτιστικών και Επαναστατικών ιδεών στη χώρα μας, κάποια στιγμή προς τα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με το ολοένα και διογκούμενο αίτημα για Εκκοσμίκευση στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, καθιστούν την ανάγνωση του παρόντος πονήματος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Όταν μία σειρά βιβλίων με την επωνυμία Lux Orbis (Το Φως του Κόσμου), κύρια θεματολογία της οποίας αποτελούν οι Διαφωτιστικές ιδέες και η Ελεύθερη Σκέψη, αποφασίζει να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο για το περίφημο “άγιο φως” της Ιερουσαλήμ, το τελικό αποτέλεσμα προβλέπεται μάλλον πολλά υποσχόμενο. Όταν δε το περιεχόμενο του έργου αποτελεί πιστή μεταγραφή συγγράμματος του δημοφιλέστερου Έλληνα Διαφωτιστή από τις αρχές του 19ου αιώνα, τότε το αναγνωστικό ενδιαφέρον εκτοξεύεται δεδομένα στα ύψη.

Ύστερα από μία εποικοδομητική συνεργασία με την Ένωση Αθέων, οι εκδόσεις μας παρουσιάζουν με υπερηφάνεια το κείμενο του Αδαμάντιου Κοραή, “Περί του εν Ιεροσολύμοις αγίου φωτός” (1826), με εισαγωγή του καθηγητή του Παντείου πανεπιστημίου, Αντώνη Παπαρίζου. Αν και είχε προηγηθεί η παράθεσή του εντός της ιδιωτικής έκδοσης του συγγραφέα-ερευνητή Μιχάλη Καλόπουλου το 2003 (“Θαύμα ή απάτη: το “άγιον” φως της Ιερουσαλήμ”, 2003), είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο έργο του Κοραή κυκλοφορεί ως αυτόνομο βιβλίο.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Έλληνας Διαφωτιστής επιλέγει να ξεδιπλώσει τις γνώσεις και τις θέσεις του για το τελετουργικό του “αγίου” φωτός, χρησιμοποιώντας έναν διάλογο δύο φανταστικών προσώπων, του Φώτιου και του Καλλίμαχου. Μέσα από αυτή τη διαλεκτική ζύμωση, ο αναγνώστης καταφέρνει να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το ιστορικό του “θαύματος”, την πολιτική του ιερατείου σε ότι αφορά την ετήσια εκμετάλλευση του όλου γεγονότος στο ευαίσθητο πολιτισμικά περιβάλλον των Ιεροσολύμων, καθώς επίσης και την τυφλή δεισιδαιμονία που διακρίνει “τους κατ’ έτος τρέχοντας μωρούς προσκυνητάς” που “εξοδεύωσιν εισμάτην” την περιουσία τους για να δουν από κοντά το… “θαύμα”.

Μένοντας στο τελευταίο, αν και η επιχειρηματολογία του Κοραή είναι συντριπτική ως προς την τεκμηρίωσή της, εντούτοις και ο ίδιος αναγνωρίζει πώς η επαναφορά του Ορθού Λόγου σε ένα περιβάλλον όπου επί αιώνες ανθεί η θεοκρατία, δεν είναι μία εύκολη υπόθεση: “Νομίζεις εύκολον μετά μακράν και πολυχρόνιον πλάνην, να φανερώσης εις τους πλανημένους, ότι εθαυματούργεις δια να τους πλανάς;”

Έχοντας ήδη διαβεί το κατώφλι του 21ου αιώνα, αναλογίζομαι πώς οι αποστάσεις που μας χωρίζουν από τους προβληματισμούς που θέτει στο έργο του ο Κοραής, δεν είναι και τόσο μεγάλες όσο θα ‘πρεπε. Κι αυτό γιατί ναι μεν η ιδέα για την θαυματουργική φύση του συγκεκριμένου τελετουργικού έχει κάπως ξεθωριάσει σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικά κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας (και σε αυτό το γεγονός έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό σχετικές τοποθετήσεις εκκλησιαστικών παραγόντων που έχουν παραδεχτεί ανοιχτά ότι η αφή του “φωτός” προέρχεται από αναμμένη κανδήλα που τοποθετείται εντός του “παναγίου τάφου”), πλην όμως το ελληνικό κράτος έχει επιλέξει να μην στέκεται στο ύψος των περιστάσεων… Από το 1988 μισθώνει με δικά του έξοδα ειδική πτήση για τη μεταφορά του “φωτός” από τα Ιεροσόλυμα ανήμερα της αφής του, ενώ από το 2001 αποδίδει τιμές… αρχηγού κράτους (!) κατά την τέλεση της υποδοχής του στη χώρα μας, ένα γεγονός που φέρνει στο νου μας σκηνές από τριτοκοσμικά θεοκρατικά καθεστώτα. Ωστόσο δεν θα πρεπε να παραβλέψουμε ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται δυναμικά και από τα κάτω, στο πλαίσιο του διαρκούς αιτήματος για Εκκοσμίκευση, ένας έντονος διάλογος που αφορά στη διακοπή της μεταφοράς του “φωτός” από τα Ιεροσόλυμα με έξοδα των Ελλήνων φορολογουμένων.

Ολοκληρώνοντας κανείς την ανάγνωση του παρόντος έργου του Κοραή, εύλογα θα αναλογιστεί για το ποια θα έπρεπε να είναι η στάση του κάθε σύγχρονου πολίτη, αναφορικά με ένα τελετουργικό που προσβάλλει όχι μόνο την ουσία της (όποιας) πίστης των γύρω του, αλλά και τον ίδιον τον πολιτικό μας πολιτισμό, με την ιδιαίτερη βαρύτητα που κουβαλά ο τελευταίος από το απώτατο παρελθόν. Νομίζω την καταλληλότερη απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Έλληνας Διαφωτιστής, σχεδόν δύο αιώνες νωρίτερα, μέσα από τον χαρακτηριστικό διάλογο των δύο πρωταγωνιστών του:

Κ. Αφόβως λοιπόν κι εγώ θέλω δημοσιεύσειν τον Διάλογόν μας.
Φ. Αφόβως, αφόβως.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Όταν ο Μηνάς Παπαγεωργίου μου ζήτησε να προλογίσω αυτό το πόνημα, είχα την εντύπωση πως θα ήταν το πιο εύκολο πράγμα που έχω κάνει εδώ και καιρό.

Επειδή απλά, την ανάγκη του απόλυτου διαχωρισμού της Πολιτείας από την Εκκλησία την έχω κατασταλαγμένη μέσα μου εδώ και πολλά χρόνια.

Τελικά, αποδείχτηκε εξαιρετική σπαζοκεφαλιά. Γιατί;

Μα γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι τόσο απόλυτα αυτονόητη θέση, που δεν έχει ανάγκη από περαιτέρω υποστήριξη.

Δυστυχώς, δεν είναι έτσι.

Ο εναγκαλισμός της Πολιτείας εκ μέρους της οργανωμένης και επίσημης θρησκείας του κράτους αυτομάτως παράγει μία σειρά από στρεβλώσεις που εδώ και πάμπολλες δεκαετίες, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχουν αφομοιωθεί στην κανονικότητα με αποτέλεσμα την παραμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον κόσμο.

Η θρησκευτικότητα ταυτίζεται με αυτόν τον τρόπο με μία θρησκεία· στην περίπτωσή μας, με την ορθόδοξη εκδοχή του χριστιανισμού.

Αυτό, επειδή συμβαίνει με το καλημέρα, δηλαδή με τον νηπιοβαπτισμό, ουσιαστικά αποκόπτει τη συνείδηση του ατόμου από την έννοια της ιστορικότητας που φέρει εντός του.

Εκπαιδεύει τη συνείδηση σε έναν κόσμο που βρίσκει τον δρόμο του σε μία «μετά Χριστόν» εποχή, καθιστώντας την «προ» ξένη και άσχετη ως προς την ιστορική ταυτότητα ενός εκάστου εκ των υποκειμένων.

Μόνο αν αναλογιστεί κάποιος για πόσο καιρό συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα, μπορεί να ξεκινήσει τη συνειδητοποίηση πως η αρχαιότητα, ο προχριστιανικός κόσμος, έχει μεταβληθεί σε έναν θολό καμβά από τον οποίο η επίσημη αφήγηση ανακαλεί κατά το δοκούν ό,τι επιθυμεί ανά συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Κυρίως «ηρωικές» θυσίες, οι οποίες αποκόπτονται βίαια από το φιλοσοφικό και πρωτογενές ελληνικό θρησκευτικό πλαίσιό τους.

Η Πολιτεία, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να επιβάλλει «επίσημη θρησκεία».

Δεν πρέπει, δηλαδή, να έχει το δικαίωμα για κάτι τέτοιο.

Η Πολιτεία οφείλει να είναι κοσμική και να προσφέρει ίσο χώρο σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα που κομίζουν οι πολίτες της, εκτός εάν κάποιο από αυτά περιέχει πρακτικές και αντιλήψεις που επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο τις ζωές και την καθημερινότητα άλλων ομάδων πληθυσμού, που είτε ανήκουν σε διαφορετική ομάδα είτε και σε καμία.

Ο νηπιοβαπτισμός, δηλαδή η προειλημμένη ένταξη ενός ανηλίκου ανθρώπου σε ένα (οποιοδήποτε) θρησκευτικό/φιλοσοφικό δόγμα, ισοδυναμεί με βιασμό της ελεύθερης βούλησης.

Είναι τραγελαφική η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που κηρύττει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου να πράξει «το καλό» ή «το κακό» και να πορευθεί στη βάση των ίδιων επιλογών του, ενώ αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει τη βάπτιση των νηπίων αφενός και τη δικτατορεύουσα παρουσία της στα σχολεία αφετέρου.

Συνιστά, όμως, τραγωδία η αδυναμία της Πολιτείας, ακόμα και σήμερα στον 21ο αιώνα, να επιβάλλει στην εκκλησία τον αποκλεισμό που οφείλει να επιβάλλει από τα σχολεία.

Η αδυναμία της Πολιτείας, που ακόμα και όταν θέλει, δεν μπορεί να εξοστρακίσει την Εκκλησία από το σώμα της Παιδείας, είναι τραγωδία.

Είναι τραγωδία η διαιώνιση των «Θρησκευτικών» ως μάθημα που διδάσκεται από θεολόγους, και η μη αντικατάστασή τους από την Ιστορία των Θρησκειών και τη Συγκριτική Θρησκειολογία που μπορεί να διδαχθεί από εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ιστορία.

Βεβαίως, γράφοντας για την Ελλάδα, δεν ξέρει κανείς ποια τραγωδία να πιάσει και ποια να αφήσει.

Διότι στον γεωγραφικό χώρο που γέννησε τη διαλεκτική και τη φιλοσοφία, ο κάθε απόφοιτος για παράδειγμα της Φιλολογίας, είναι ήδη (υποτίθεται) έτοιμος να μπει σε μία τάξη και να διδάξει. Όπως και ο κάθε απόφοιτος της Φυσικομαθηματικής κλπ.

Σε σοβαρές χώρες που στοχεύουν στη δημιουργία ενήλικων πολιτών, αν επιθυμείς να ενταχθείς στο εκπαιδευτικό σύστημα ως δάσκαλος υποχρεώνεσαι να κάτσεις εκ νέου στο θρανίο για να διδαχθείς το «Πώς Διδάσκεις ‒ Πώς Φέρεσαι ‒ Πώς επιλύεις τα καθημερινά προβλήματα σε μια τάξη ‒ Πώς ανανεώνεις διαρκώς το γνωστικό σου οπλοστάσιο».

Αυτά θα έπρεπε να είναι κυρίαρχα αιτήματα των Εκπαιδευτικών, αλλά πάμε έτσι σε άλλη ιστορία.

Ας επιστρέψω στο άμεσο θέμα.

Για την κρίσιμη αναγκαιότητα ενός οριστικού διαζυγίου μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, θα κάνω χρήση των όσων είχε πει ο Θεολόγος και ακαδημαϊκός Ιωάννης Καρμίρης (1903-1995): «Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία δεν επιζητεί να γίνει ούτε Κράτος υπέρ Κράτος, ούτε Κράτος εν κράτει, διότι αποβλέπει ουχί εις τα επίγεια, αλλ’ εις τα ουράνια».

Εφόσον, λοιπόν, θεωρητικά αποβλέπει «εις τα ουράνια» και «ουχί εις τα επίγεια», οφείλει όχι μόνο να εξαφανιστεί από κάθε πτυχή του Πολιτειακού πλαισίου, αλλά και να επιστρέψει σε εκείνα που έχουν αποδοθεί στον ιδρυτή της, είτε αυτός υπήρξε είτε όχι.

Δηλαδή, στην ταπεινότητα, την παιδευτική πενία, την αγαθότητα, την πραότητα, τον βίο δια της ελεημοσύνης των αδελφών, και να απαλλαχθεί πάραυτα από τις περιουσίες, τις ιδιοκτησίες, τα αυτοκίνητα, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τους πολυτελείς ναούς και την κριτική επί παντός για τον κοσμικό βίο.

Δεν με ενδιαφέρει σε αυτό το σημείωμα να δείξω ή να αποδείξω το πού χωλαίνει η χριστιανική θρησκεία.

Το πού και πώς ακυρώνει την ανθρώπινη πρόοδο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί κατά τη γνώμη μου, αυτό αφορά και τα δύο μεγάλα μονοθεϊστικά ρεύματα που έτσι κι αλλιώς είναι συγκοινωνούντα δοχεία, όσο και αν το αρνούνται οι εκατέρωθεν ζηλωτές τόσο του χριστιανισμού όσο και του ισλαμισμού. Άρα για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμασταν πάμπολλες σελίδες και, ακόμα περισσότερο, αυστηρή εξειδίκευση.

Κλείνω αυτόν τον πρόλογο με μια θέση και ένα ερώτημα προς όλους:

Ο τόσο επίμονα λοιδορούμενος προχριστιανικός κόσμος (αυτός ο «μιαρός», «αμαρτωλός», «παραδομένος σε δαίμονες», «ειδωλολατρικός») είναι που γέννησε (όχι μόνο στον Ελλαδικό χώρο, ασφαλώς!) όλα όσα βοήθησαν τον άνθρωπο να σταθεί όρθιος:

Φιλοσοφία, επιστήμες, τέχνες, αισθητική, ιστορική αντίληψη, διαλεκτική, δημοκρατία.

Ακόμα και τα πιο σύγχρονα ρεύματα, όπως της οικολογίας, έλκουν την καταγωγή τους από την περί Ιερότητος της Φύσης κοσμοαντιλήψεις του προ-μονοθεϊστικού κόσμου.

Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, αυτές τις αξίες ανακάλεσαν προκειμένου να ξαναδεί φως η ανθρώπινη σκέψη, αιώνες ολόκληρους μετά τους σκοτεινούς αιώνες.

Τι άλλο θέλουμε για να κατανοήσουμε πως η Πολιτεία πρέπει να είναι απολύτως απαλλαγμένη από την οποιαδήποτε θρησκευτική ευλογία, ώστε να μπορέσει να καλλιεργηθεί και να ανθήσει η πνευματική σύνθεση;

Γιώργος Πήττας
Επικοινωνιολόγος

αποκτήστε το βιβλίο…

Με έντονα τα αισθήματα της υπερηφάνειας αλλά και της ευθύνης απέναντι στο αναγνωστικό κοινό, η σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite παρουσιάζει την πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου “Τα Ερείπια ή συλλογισμοί επί της εναλλαγής των αυτοκρατοριών” (1789), γραμμένο από έναν σπουδαίο, αλλά ελάχιστα γνωστό στη χώρα μας Γάλλο Διαφωτιστή.

Ο Constantin François de Chassebœuf ή κόμης του Βολνέ ή απλά Βολνέ (1757-1820), υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, ένας πανεπιστήμονας της εποχής του. Γεννήθηκε το 1757 στην Γαλλική πόλη Craon από εύπορη οικογένεια και υπήρξε φιλόσοφος, μελετητής των ανατολικών πολιτισμών, ιστορικός και πολιτικός. Σε ηλικία 19 ετών μετέβη στο Παρίσι για σπουδές στους τομείς της Ιατρικής και της Νομικής, σύντομα όμως αφιερώθηκε στην Ιστορία και τη Γλωσσολογία. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με προσωπικότητες της εποχής του όπως ο Βενιαμίν Φρανγκλινος και ο Βαρόνος του Χόλμπαχ (στον οποίον αποδίδεται το περίφημο “Περί τριών απατεώνων – Μωυσής, Ιησούς, Μωάμεθ”).

Ο Βολνέ πραγματοποίησε το 1782 μία πολύμηνη περιπλάνηση στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ταξιδεύοντας στην Αίγυπτο, τη Συρία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη, μαθαίνοντας μάλιστα τις τοπικές διαλέκτους. Τις εμπειρίες του από τα ταξίδια του αυτά, τις αποτύπωσε σε συγγραφικά έργα τα μετέπειτα χρόνια.

Υπήρξε υπέρμαχος της ανάγκης για ειρηνικές συνεννοήσεις μεταξύ των λαών, γεγονός που θεωρούσε ότι θα απέτρεπε μελλοντικές πολεμικές συγκρούσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο θα ήταν η γνωριμία των κυβερνητών, αλλά και του κάθε πολίτη ξεχωριστά, με τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα των ξένων προς αυτούς πολιτισμών και παραδόσεων. Γι’ αυτό και θεωρούσε ότι στο μέλλον όλες οι θρησκείες θα συνενώνονταν σε μία παγκόσμια, εξαιτίας μιας κοινής “αλήθειας” που ανιχνέυεται στον πυρήνα τους.

Αναμίχθηκε έντονα με την πολιτική ζωή στη Γαλλία, ενώ οι σχέσεις του με τον Ναπολέοντα υπήρξαν ταραγμένες (έστω κι αν ο τελευταίος του απένειμε τον τίτλο του Κόμη). Απεβίωσε το 1820 στο Παρίσι και ο ομολογουμένως εντυπωσιακός τάφος του (σε σχήμα πυραμίδας) βρίσκεται μέχρι και σήμερα στο πασίγνωστο νεκροταφείο Père Lachaise.

Tα “Ερείπια” αποτελούν έναν ύμνο στις ιδέες του Διαφωτισμού. Το κεντρικό τους νόημα είναι ότι η ευημερία των αυτοκρατορίων είναι άμεσα συνυφασμένη με την ποιότητα της Παιδείας που δίνουν οι εκάστοτε κυβερνώντες στους πολίτες. Στο βιβλίο ο αναγνώστης θα συναντήσει κεφάλαια που θίγουν ζητήματα και φιλοσοφικούς προβληματισμούς όπως την παρουσία του ανθρώπου στο σύμπαν, τις απαρχές της κοινωνίας, την προέλευση των κυβερνήσεων και των νόμων, τον φόβο και τις συνωμοσίες των τυρράνων, την αναζήτηση της αλήθειας, τις πηγές των δεινών στις κοινωνίες, καθώς επίσης και ερωτήματα σχετικά με την πιθανή μελλοντική βελτίωση του ανθρώπινου γένους. Ξεχωριστή, όμως, αναφορά γίνεται στο ζήτημα του θρησκευτικού συγκρητισμού. Ο Βολνέ πραγματοποιεί μία εκτενή αναφορά στην προέλευση και καθιέρωση των θρησκευτικών ιδεών, από την εποχή της λατρείας των δυνάμεων της φύσης μέχρι τον Χριστιανισμό, τον οποίον και παρουσιάζει στοιχειοθετημένα ως αλληγορική ηλιακή λατρεία και αμάγαλμα ποικίλων προγενέστερων μυθολογικών παραδόσεων.

Τα προηγούμενα τον έχουν τοποθετήσει ιστορικά στην κατηγορία των πρώτων Μυθικιστών (αμφισβητίες της ιστορικότητας του Ιησού και μελετητές των ομοιοτήτων της πρωταγωνιστικής φιγούρας του χριστιανισμού με άλλες προχριστιανικές θεότητες της Μεσογείου) στα νεότερα χρόνια, μαζί με τον επίσης Γάλλο καθηγητή ρητορικής, Charles Francois Dupuis (1742-1809), ο οποίος λίγα χρόνια μετά την έκδοση των “Ερειπίων”, δημοσίευσε το έργο Origine de tous les Cultes, ou la Réligion Universelle, στο υλικό του οποίου είχε πρόσβαση ο Βολνέ πριν την έκδοση του έργου του.

Αξιοσημείωτο είναι το ότι η πρώτη αγγλική μετάφραση των “Ερειπίων” πραγματοποιήθηκε από τον Thomas Jefferson (1743-1826), κατά τη διάρκεια της θητείας του ως αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του John Adams και προτού ο ίδιος εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ. Jefferson και Βολνέ συνδέονταν με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, γεγονός που πιστοποιείται από τις συναντήσεις τους κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του δεύτερου στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Είναι επίσης γεγονός πώς ο Jefferson προβληματιζόταν έντονα αναφορικά με τη δημοσιοποίηση του ονόματός του ως επίσημου μεταφραστή του έργου, εξαιτίας της παρουσίας των ριζοσπαστικών μυθικιστικών ιδεών εντός του (ιδέες που μάλλον ασπαζόταν και ο ίδιος), οι οποίες θεωρούσε ότι θα αποτελούσαν βούτυρο στο ψωμί των πολιτικών του αντιπάλων. Γι’αυτό και η μετάφραση των τελευταίων κεφαλαίων του βιβλίου πραγματοποιήθηκε από τον αμερικανό ποιητή Joe Barlow, που κατά τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας των “Ερειπίων” στα αγγλικά, “χρεώθηκε” ολόκληρη τη μετάφραση του έργου.

230 χρόνια αργότερα, “Τα Ερείπια” κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά, συνοδευόμενα από ένα ακόμη έργο του Βολνέ, το “Ο νόμος της φύσης” ή “Φυσικός Νόμος”. Η μελέτη αυτή εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1793 (μεταφράστηκε μάλιστα στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα), και κάποια στιγμή, εντός των πρώτων δύο δεκαετιών του 19ου αιώνα, ξεκίνησε να συμπεριλαμβάνεται στον ίδιο τόμο με τα “Ερείπια”.

Η έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Πρόκειται για ένα πολύτιμο, πλην όμως λησμονημένο, κείμενο του Γαλλικού Διαφωτισμού, το οποίο συνδέει την Ανατολή και τη Δύση εκείνης της εποχής, ενώ παράλληλα αποτελεί έναν θησαυρό γνώσης για τους ερευνητές του Μυθικισμού, που έχουν πλέον τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τα πρώτα βήματα του εν λόγω ερευνητικού πεδίου στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μηνάς Παπαγεωργίου,
διευθυντής σειράς Lux Orbis

αποκτήστε το βιβλίο…

Pin It on Pinterest

Share This
X