Επιλογή Σελίδας

Αυτοδιάλογοι

10.00 

Μία επίκληση ανεπιτυχής ήτανε αρκετή να με βοηθήσει να συλλέξω σταγόνες, μία μία, κι όμως… μα όντως μένουν στέρεες. Τις έχω φυλακίσει στο χαρτί, στην αρχή με μελάνι τις αντέγραψα και το μελάνι από το χέρι οριζόταν. Τώρα με μελάνι τις εναποθέτω στα χέρια σου, μελάνι ορισμένο από το χέρι μου και πάλι.
Μερικές λέξεις και μία παύση φτάνουν. Το μυαλό τις λέξεις δε φοβάται. …τις φοβάται όμως το χέρι. Όταν γεννιούνται είναι επιθετικές πολύ, από ψηλά τρέχουν να ξεχυθούν και σε μιας κηλίδας τη μορφή να σχηματιστούν. Αλλά εδώ τις τιθασεύω. Εάν τις χάσεις ξεχύνονται στον κόσμο όλο. Σαν σκόνη κάθονται στο πάτωμα. Σε όποιον περνάει προσκολλούνται επάνω. Να ακριβώς όπως οι λέξεις αυτές. …και οι άλλες, αυτές που θα ακολουθήσουν. Αθώες σκέψεις που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Συνήθως τις νύχτες τις βλέπω απ’τα δάχτυλα να τρέχουν. Σαν αγρίμια που τη μορφή τους να πάρουν ακόμα δεν πρόλαβαν. Τις ώρες εκείνες, και ώρες πολλές ακόμα, με τον εαυτό παραμιλώ. Με αυτή που έχω εγκλωβιστεί στο ίδιο σώμα. Με αυτή που φύλο και θέση δεν αναγνωρίζει. Με αυτή που για πάντα θα υπάρχω, που για μια συνύπαρξη θα ισορροπώ στο σχοινί.

Κατηγορία:

Συγγραφέας

Η Χρυσούλα Kεχαγια-Φραγκάλα ξεκίνησε να γράφει μετά από παρότρυνση του ψυχολόγου της να εξωτερικεύσει τις σκέψεις του μυαλού της στα 14 της χρόνια. Με στίχους από αυτές τις σκέψεις κατάφερε να κερδίσει το πρώτο βραβείο ποίησης σε ηλικία 16 ετών στον μαθητικό διαγωνισμό ποίησης, το 2007 (Π.Ε.Λ.). Στη συνέχεια ξεκίνησε μια νέα ζωή σε Λονδίνο και Οξφόρδη, όπου έκανε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στην αρχιτεκτονική. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Ελλάδα, διευρύνοντας τον αριθμό των σελίδων στο σημειωματάριό της και κερώνοντας τα φτερά της για δρόμους μακρινούς και περιπετειώδεις.

Στοιχεία έκδοσης

Συγγραφέας

Χρυσούλα Kεχαγια-Φραγκάλα

Σελίδες

98

Διαστάσεις

14x21cm

Εκδοτικός Οίκος

Εκδόσεις Πηγή

1 κριτική για Αυτοδιάλογοι

  1. Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Fractal

    H Χρυσούλα Κεχαγιά-Φραγκάλου παρουσιάζει μια εξαιρετικά εσωστρεφή ποίηση στη συλλογή της “Αυτοδιάλογοι”. Στα 81 της ποιήματα, μονολογεί προσπαθώντας να προσδιορίσει τον ίδιο της τον εαυτό σ’ έναν κόσμο που περιγράφεται άγνωστος, απόμακρος, ξένος ή και εχθρικός. Πιστεύει πως τα πάντα είναι υποκειμενικά κι έτσι οι έννοιες απομένουν ρευστές κι ασαφείς, αφού ο ορισμός τους εναπόκειται πάντα στη βεβιασμένη κι επισφαλή κρίση του καθενός ανθρώπου:

    “Η κάθε έννοια ορίζεται από τον κάθε άνθρωπο
    και μόνο από αυτόν.
    Το δικό μου «λίγο» ήταν λιγότερο από το δικό του,
    και το δικό του «λίγο» περισσότερο από το δικό μου”

    Τα ιδανικά κι οι αξίες μας δεν είναι παρά ό,τι η συνήθεια διέσωσε από γενιά σε γενιά. Είναι απόψεις χωρίς κύρος. Είναι ψέματα…

    “Τα πιστεύω και οι αξίες μας στη ζωή είναι ψέματα
    που επαναλαμβάναμε στο μυαλό
    ξανά και ξανά ώσπου να τα πιστέψουμε και να τα ενστερνιστούμε”

    Πώς μπορεί κανείς να επικοινωνήσει σε βάθος με τους άλλους, αν όλα είναι τόσο επισφαλή και ρευστά, αν τίποτα σταθερό δεν υπάρχει στη ζωή μας; Παρόλα αυτά, ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης πίστευε (ομιλία στη Στοκχόλμη), πως “η ποίηση είναι μια πράξη εμπιστοσύνης, μια πράξη επικοινωνίας.”Η ποιήτρια όμως δεν εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Στέκεται απέναντί τους με καχυποψία σε μια διαρκή θέση άμυνας. Κάποιες φορές η στάση της γίνεται καθαρά εριστική κι η χαμηλών τόνων ποίησή της μετατρέπεται σε κραυγή. Ελέγχει τους ανθρώπους γιατί εντοπίζει στον χαρακτήρα τους ασυγχώρητα ψεγάδια και με τόλμη τους κατηγορεί.

    Έχω την αίσθηση πως περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στηλιτεύει την υποκρισία τους:

    “Η υποκρισία,
    ένα θαυματουργό κενό της καθημερινότητας
    Μια ακόμη βαρετή συμπεριφορά
    που επαναλαμβάνουμε αδιάκοπα.
    Τι αξίζει τελικά;”

    “η αλλοτρίωση σας τρώει τα σωθικά και το φεγγάρι σας καίει το δέρμα.
    Στην πανσέληνο κρύβεστε,
    Κρύβεστε,
    Κρύβεστε!”

    Άλλοτε πάλι, η αποστασιοποίησή της από τον κόσμο την οδηγεί στον μηδενισμό. Η ποιήτρια σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Στους στίχους αυτούς στάθηκα πολύ. Αυτός ο “καρυωτακικός σαρκασμός” απέναντι στον ίδιο τον θάνατο, με εντυπωσίασε:

    “Μες” το φέρετρο απολαμβάνω την αιώνια πολυτελή μου ανάσταση.
    Σπάστε τα κόκαλα σας,
    σπάστε τα για να γευτείτε το θάνατο,
    αφού, έτσι το θέλετε.

    Τι ωραία που οδηγείς την ψυχή σου στην κόλαση!
    Τι ωραία που πεθαίνουμε!”

    Στην ποίησή της επαναλαμβάνεται συχνά η εικόνα του θεάτρου. Η ζωή είναι ένα μεγάλο θέατρο κι ο καθένας παίζει το ρόλο που του αρέσει. Η ποιήτρια επιλέγει συνειδητά να κάθεται στην άκρη, ως θεατής. Μια απροσδιόριστη θλίψη αιωρείται στο χώρο που δημιουργεί. Απογοήτευση κι ενοχικά συμπλέγματα διαποτίζουν τα λόγια της. Ακόμα κι ο έρωτας οδηγεί στη θλίψη. Η απογοήτευση καραδοκεί σε κάθε ανθρώπινη συνύπαρξη.

    “ποια μελαγχολία θα διαλέξεις
    να ρίξεις στο σώμα σου στο τέλος;”

    To σπίτι στο οποίο μεγάλωσε περιγράφεται ως φρούριο, ως φυλακή υψίστης ασφαλείας. Η ποιήτρια – λέει- δεν μπόρεσε να βρει εκεί μέσα την ψυχή της. Μόνο θλιβερές αναμνήσεις ανασύρει από το παρελθόν, τότε που ήταν υποχρεωμένη να υπακούει και να διαπραγματεύεται διαρκώς τα δικαιώματά της.

    Σε πολλά ποιήματα τα συναισθήματα κι οι σκεψεις της καταγράφονται με μια αυστηρή σειρά, σαν να κρατάει ημερολόγιο. Σαν να θέλει να δώσει ουσία, νόημα και ταυτότητα στις μικρές στιγμές που κυλούν και χάνονται. Άλλοτε το ποίημα παίρνει τη μορφή ενός ολιγόστιχου αποφθέγματος. Υποθέτω ότι η ποιήτρια δε συνηθίζει να επεξεργάζεται λογικά τα ποιήματά της, ώστε να συμπληρώσει αργότερα κάποιες σκέψεις της που έμειναν ανολοκλήρωτες, αλλά τα παραδίδει ανόθευτα και γνήσια, όπως αναδύονται στην ψυχή της.

    Εντύπωση μου προκάλεσαν κάποια ίχνη διδακτισμού. Θα έλεγα πως μιλά κανείς σε δεύτερο πρόσωπο όταν νιώθει τους άλλους ανθρώπους κοντά του. Όταν η αγάπη κι η εμπιστοσύνη ρίχνουν γερά θεμέλια επικοινωνίας σε βάθος, με στοργή, όπως περίπου μιλάει ένας πατέρας στα παιδιά του. Ο διδακτισμός εδώ είναι ιδιότυπος. Έχω την αίσθηση ότι η ποιήτρια δε συμβουλεύει τον αναγνώστη, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό που τον μελετά και τον εξετάζει, σαν να στέκεται απέναντι, έξω από το σώμα της:

    “αγκάλιασε αυτή την επιθυμία,
    ασπάσου το ευαίσθητο της ύπαρξης σου.
    Δημιούργησε ένα άνθος δίπλα σ” αυτή τη μούχλα.
    Αναγέννησε τον εαυτό σου.

    Κλείσε τα μάτια,
    Γυρνά το κεφάλι σου ανάποδα,
    μη φοβάσαι,
    υπόσχομαι ο ορίζοντας
    στα ίδια χρώματα να είναι ακόμα ντυμένος.
    Μπορείς να περιμένεις κι άλλο”

    Συχνή είναι η αναφορά στο παραμύθι. Εδώ, σε μια ατμόσφαιρα ονειρική, τα πάντα μπορούν να συμβούν! Ιππότες, μαγικά κοράκια, σπαθιά, αρχαίοι πάπυροι, δράκοι και νεράιδες συνθέτουν μια παράλληλη πραγματικότητα, που η ποιήτρια γνωρίζει κι εμπιστεύεται γιατί την επισκέπτεται συχνά.

    “Μια φορά κι έναν καιρό
    αυγή με σταγόνες δροσιάς
    δάκρυα αιώνος στα μάτια τους
    τυφλά αποχαιρετιούνται για μια ακόμα μέρα.

    Μια φορά κι έναν καιρό,
    σ’ έναν κόσμο μικρό,
    τα φύλλα σείονταν από μια ψυχή
    που έψαχνε την ευτυχία”

    Η ποιήτρια σχολιάζει πως επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες εικόνες και τα ίδια λόγια. Η ποίησή της δεν την ικανοποιεί απόλυτα. Ίσως την ενοχλούν περισσότερο οι εμμονές που την αναγκάζουν να επιστρέφει σε παραπλήσιες ποιητικές εικόνες και εκφράσεις. Όπως αμφισβητεί τον κόσμο γύρω της, έτσι αμφισβητεί και την τέχνη της. Ο εγκλωβισμός στις ίδιες πάντα σκέψεις εκφράζεται πολύ ωραία στους παρακάτω στίχους: Τα λόγια της είναι πουλιά ίδιας ράτσας και γι’ αυτό κοπαδιάζουν πάντα καθισμένα στο ίδιο σύρμα…

    “Η ποίηση μου ένα θα μπορούσε να είναι,
    αφού διαφορά δεν υπάρχει από τον ένα στίχο στον άλλο,
    και από στροφή σε στροφή,
    σαν πουλιά ράτσας ίδιας”

    Κλείνοντας, έχω την αίσθηση πως πήρα μόνο μια μικρή γεύση από την ποίηση της Χρυσούλας Κεχαγιά-Φραγκάλου. Πάντα η ποίηση αποτελεί έναν νέο, ανεξερεύνητο κόσμο, έναν πολύ κλειστό και ιδιωτικό χώρο που δεν “ξεκλειδώνει” τόσο εύκολα τις πόρτες του. Η ποιήτρια λέει σ’ ένα από τα τελευταία της ποιήματα:

    “Δε θέλω να πληγωθεί κανείς”

    Νοιαζόμαστε μην πληγώσουμε τους άλλους, μόνο όταν τους αγαπάμε! Είναι ένα σημείο που με ενδιαφέρει, γιατί η ποιήτρια για πρώτη φορά προσεγγίζει με τρυφερότητα τον παράξενο κι εχθρικό κόσμο που την περιβάλλει. Είναι λόγια που λέγονται με τρυφερότητα, έστω κι αν δεν είναι τόσο ηχηρή. Μας συμβουλεύει να δούμε πίσω από τα λόγια. Να μη σταθούμε στο προφανές…

    “Επιλέγετε σιγανά και προσεκτικά
    και αφού υπογραμμίσετε την αλήθεια,
    διαβάσετε μέσα από τα σκαλίσματα.
    Μέσα από το προφανές”

    Πίσω από τα γράμματα στο χαρτί, πίσω από τα λεκτικά σχήματα και τις εικόνες, πίσω από τα προφανή υπάρχει μια πληγωμένη ψυχή με εσωτερική δύναμη και δίψα για τη χαρά που λιγοστεύει και χάνεται στη ζωή μας. Νομίζω πως πολλοί αναγνώστες θα βρουν ένα μέρος της δικής τους ψυχής στα λόγια της…

Προσθήκη μίας αξιολόγησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

9 − six =

Pin It on Pinterest

Share This