Επιλογή Σελίδας

30ημέρες, κοιμήσου Νεφέλη, να σωθείς…

10.00 

Κάθε φορά που τον σκέφτομαι, γράφω ένα γράμμα. Έχω μαζέψει πολλά και τα φυλάω σε ένα συρτάρι. Όταν κάποια μέρα τον αντικρίσω θα του τα δώσω στα χέρια του, θα τον αφήσω να με διαβάσει και να με νιώσει. Ίσως έτσι με μάθει καλύτερα, στο χαρτί επάνω με κοιμίζω γυμνή, όταν ξυπνώ, με ντύνω. Όταν ξυπνώ, τον αποχωρίζομαι…

Κωδικός προϊόντος: Νίκη Ταγκάλου Κατηγορίες: ,

Συγγραφέας

Η Νίκη Ταγκάλου γεννήθηκε το 1975 στον Πειραιά όπου και ζει μέχρι σήμερα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της σε σχολή Φωτογραφίας κι εργάστηκε για έναν χρόνο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως φωτογράφος. Έκτοτε, δουλεύει στον ιδιωτικό τομέα ασχολούμενη με τις Δημόσιες σχέσεις. Η “Μάχη Ερώτων” αποτελεί την πρώτη της συγγραφική προσπάθεια, (σε μορφή e-book), η οποία μεταφράστηκε στα Αγγλικά και κυκλοφόρησε σε Αμερική, Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Κίνα, Καναδά, Βραζιλία και Ινδία. H δεύτερη ποιητική συλλογή της, «Ψυχές από Μολύβι», διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο αποκλειστικά από την http://texni.org. Τον Σεπτέμβριο του 2013 κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή η ποιητική συλλογή «Επανάσταση Σιωπής» (βραβείο Σικελιανά 2014) και τον Ιούλιο του 2014 «Το Κορμί της Λύπης» από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Επιπλέον, έχει δημοσιεύσει πλήθος κειμένων σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ έχει συμμετάσχει σε συλλογικές ποιητικές ανθολογίες και επιμέλειες βιβλίων. To 2015 συμμετείχε στο εικαστικό λεύκωμα «Ένα Ποίημα Μια Εικόνα», με σύγχρονες ποιήτριες και χαράκτριες, μια πρωτοβουλία της Σχολής Καλών Τεχνών της Φλώρινας. Έχει τιμηθεί επίσης: – Βραβείο «Σοφοκλής» στον 1o Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης «Μανώλης Αλυγιζάκης» στο Ιnternational Art Academy. – Α’ Βραβείο Φεμινιστικής Ποίησης στα Σικελιανά 2013. – Α’ Βραβείο Ποιητικής Συλλογής στα Σικελιανά 2013. – Προκρίθηκε στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης “Κ. Π. Καβάφης 2015”.

Στοιχεία έκδοσης

Συγγραφέας

Νίκη Ταγκάλου

Σελίδες

90

Διαστάσεις

14×21 cm

Εκδοτικός Οίκος

Εκδόσεις Πηγή

1 κριτική για 30ημέρες, κοιμήσου Νεφέλη, να σωθείς…

  1. To βιβλίο της Νίκης Ταγκάλου «30ημέρες – Κοιμήσου Νεφέλη να σωθείς» κατατάσσεται από τις «Πρότυπες εκδόσεις ΠΗΓΗ» στις νουβέλες, πιθανότατα με μοναδικά κριτήρια τον πεζό λόγο από τη μια, και την έκταση του αφηγηματικού υλικού από την άλλη. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι δεν έχει την παραμικρή σχέση με την παραδοσιακή πεζογραφία!
    Αν ήταν μια παραδοσιακή νουβέλα, θα ‘πρεπε να παρουσιάζει κάποιον κεντρικό ήρωα πλαισιωμένο από αρκετά δευτερεύοντα πρόσωπα. Θα ‘πρεπε να υπάρχουν εκτεταμένες αφηγήσεις, περιγραφές, διάλογοι και επεισόδια, σημεία κορύφωσης της δράσης και αντίστοιχα της αγωνίας του αναγνώστη.
    Εδώ υπάρχει ένας διαρκής μονόλογος που εκτείνεται σε 88 τυπογραφικές σελίδες. Θα ‘λεγα, λοιπόν, πως μοιάζει περισσότερο με θεατρικό μονόπρακτο, παρά με παραδοσιακή νουβέλα. Ο αναγνώστης, από τις πρώτες κιόλας γραμμές αντιλαμβάνεται πως έχει μπροστά του ένα ιδιόμορφο έργο, που θα μπορούσαμε -ίσως -να το χαρακτηρίσουμε «πεζή ποίηση», «ποιητική πεζογραφία» ή «λυρικό αφήγημα». Άλλωστε η Νίκη Ταγκάλου προέρχεται από τον χώρο της ποίησης και είναι κατά βάση ποιήτρια και μετά πεζογράφος.
    Η συγγραφέας αφιερώνει το έργο της «σε αυτούς που ζουν χωρίς αγάπη και φοβούνται πως θα πεθάνουν χωρίς αυτήν.» Η πρωταγωνίστρια Νεφέλη είναι μια μοναχική νεαρή γυναίκα. Είναι η προσωποποίηση της μοναξιάς. Παρόλα αυτά, τη βλέπουμε να αποφεύγει τις φιλικές συναναστροφές. Μοναδικό αντίδοτο στην αφόρητη μοναξιά επιθυμεί να είναι ένας έρωτας δυνατός, ικανός να την κάνει να μην πατάει πάνω στη γη. Όμως ο έρωτας αυτός δεν έρχεται κι όσο αργεί, η Νεφέλη αναρωτιέται τι φταίει, θρηνεί, οργίζεται μαραζώνει…
    Ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι μια ανεξέλεγκτη φωτιά που κατατρώει τα σωθικά, είναι μια εναγώνια πάλη, ίδια με την πάλη του ανθρώπου που πασχίζει να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στη ζωή. Η πρωταγωνίστρια Νεφέλη υποφέρει. Η ζωή της δεν είναι μια ρομαντική βόλτα στο φεγγαρόφωτο. Δε μιλάει για το απαλό άγγιγμα του χεριού του αγαπημένου της, για ένα ήρεμο γλυκό φιλί ή έναν ψίθυρο που γαληνεύει τις αισθήσεις. Η φωνή της είναι η απελπισμένη κραυγή του πρωτόγονου πάθους, είναι δίψα και πείνα, είναι ο ματωμένος ιδρώτας της βαθύτερης απόγνωσης, είναι μάχη στην οποία νικιέται διαρκώς, μα δεν παραδίδεται.

    «Μάτια πρησμένα από το κλάμα σαν να έφυγαν από
    μέσα τους όλες οι θάλασσες και να ξεχύθηκαν λυσσασμένες πάνω στο άβουλο κορμί μου…
    Ώρες-ώρες νιώθω σαν αράχνη, πλέκω συνεχώς τον ιστό μου μέχρι που μπερδεύομαι τόσο πολύ μέσα σε αυτόν και δεν μπορώ να ελευθερωθώ…
    Η αφίλητη ψυχή φίλε μου είναι χειρότερη από τα αφίλητα χείλη..
    Αυτή κλαίει και ξεσηκώνει ενώ τα χείλη απλά σφραγίζουν και σωπαίνουν.

    Με δολοφονώ, προσπαθώ να αποδράσω.
    Μέσα από αυτά τα γράμματα θα αφήσω πίσω το πνεύμα μου που έμεινε αξόδευτο.
    Η ζωή μου κατάντησε σελίδες και στο τέλος οι σελίδες θα γίνουν προσάναμμα.»

    Γιατί όμως ο έρωτας πρέπει να είναι οδυνηρός; Ίσως γιατί απαιτεί καταπιεστικά ως δυνάστης την απόλυτη υποταγή του ανθρώπου, την απόλυτη κυριαρχία πάνω στο νου και στο σώμα. Ίσως γιατί η απολυτότητά του αφήνει πάντα την πικρή γεύση του ανεκπλήρωτου. Ίσως γιατί προστάζει να αφήσει κανείς στην άκρη τη λογική και να γονατίσει ή ακόμα να συρθεί στα πιο σκοτεινά κι επικίνδυνα μονοπάτια του μυαλού. Τίποτα δεν εγγυάται! Καμιά διαβεβαίωση δε δίνει! Προστάζει την άνευ όρων παράδοση στο άγνωστο ή και στο ανερμήνευτο. Γι’ αυτόν τον άγριο έρωτα μιλάει η ποιήτρια Νίκη Ταγκάλου, μέσω της πρωταγωνίστριάς της.

    «Με δολοφονείς ερήμην σου και υπομένω.
    Κραυγές χωρίς ήχο, χωρίς δάκρυα.

    Το δωμάτιο μυρίζει σκοτωμένο αίμα…
    Έχω την αίσθηση ότι αίμα τρέχει από πάνω μου, από μέσα μου.

    Περιφέρομαι μέσα στο σπίτι σαν φάντασμα, ορατό στους άλλους, αόρατο σε εμένα. Δεν με βλέπω πουθενά.
    Δεν έχω την όρεξη να πλυθώ, να φάω.»

    Λένε πως ιδανικός είναι μόνο ο ανέφικτος έρωτας, ένας έρωτας χωρίς τη δυνατότητα εκλογίκευσης ή απομυθοποίησης. Η Νεφέλη είναι ερωτευμένη με τον έρωτα κι όχι με κάποιον εραστή που έχει σάρκα και οστά. Είναι ερωτευμένη με ίσκιους, με σώματα άυλα. Το αντικείμενο του πόθου της δεν έχει πρόσωπο ή όνομα. Αν είχε, θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει, γιατί τον περιμένει, μα εκείνος δεν έρχεται. Ίσως θα μπορούσε να αποδώσει σ’ αυτόν την ευθύνη για την αδιέξοδη κατάσταση που βιώνει.

    «Είμαι χαζή ώρες-ώρες και ναι μου το αναγνωρίζω αλλά
    και ο έρωτας μου για σένα που δεν γνωρίζω, χαζός δεν είναι;
    Φαντάσου να σε ήξερα κιόλας…

    Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ να πάρεις μακριά την οργή και τον θυμό μου;
    Γιατί δεν έρχεσαι να μου αποδείξεις πως όλα μπορούν να γίνουν και όμορφα;

    Να δεις που μια μέρα θα με αποκαλέσουν ηλίθια, γιατί δεν έμαθα ποτέ την διαφορά της πραγματικότητας με την φαντασία.

    Θρηνώ για την μεγάλη πλάνη του έρωτα που κουβαλώ μέσα μου, για την ανυπαρξία της ύπαρξής σου, για τις κούφιες νύχτες που επιμένω να τις ντύνω με κάτασπρα σεντόνια ενώ είναι κατάμαυρες…»

    Έχει ετοιμάσει τον εαυτό της να δοθεί, μα τι κρίμα! Προσφέρεται διαρκώς, χωρίς κανείς να θέλει να αποδεχτεί την προσφορά. Βαθιά θλιμμένη μιλά στον εραστή της κι εκείνος της απαντάει, μα σε λίγο ξυπνά κι όλα διαλύονται. Το δικό του μαξιλάρι απομένει ατσαλάκωτο κι αχρησιμοποίητο, πάντα ανέγγιχτο και καθαρό, ενώ το δικό της είναι μουσκεμένο στα δάκρυα.

    «Με αφήνω γυμνή μπροστά στην επιθυμία και εσύ δεν έρχεσαι ποτέ και κρυώνω.»

    Για κάθε άνθρωπο υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος που θα ‘θελε να γίνει το ταίρι του. Όλοι δικαιούνται τον έρωτα! Η Νεφέλη απομένει μόνη όχι γιατί το επιλέγει, αλλά γιατί υπάρχει κάποια απροσδιόριστη κατάρα που την κρατάει εγκλωβισμένη μέσα στα παραμύθια που πλάθει στο μυαλό της. Ζει σε μια εικονική πραγματικότητα, σ’ έναν χώρο που η ίδια επινόησε κι η ζωή της είναι απόλυτα καταδικασμένη και θλιβερή.

    «Δεν μπορώ να προφυλαχθώ από εμένα.
    Εσύ είσαι το γλυκό μου όνειρο και εγώ… ο χειρότερος
    μου εφιάλτης. Ένας εφιάλτης που κάθε μέρα με πετάει
    από ντουβάρι σε ντουβάρι, με αδειάζει, με γυμνώνει.»

    Τελικά, η συγγραφέας Νίκη Ταγκάλου δε μας μιλάει για έναν ιδανικό πλατωνικό έρωτα. Ακόμη κι ο ανέφικτος έρωτας απευθύνεται σε κάποιο άτομο με σάρκα και οστά. Εδώ έχουμε τη γυναίκα που μάχεται με τις σκιές, τον άνθρωπο που ακροβατεί ανάμεσα στη λογική και την παραφροσύνη. Ας δοκίμαζε, ας διεκδικούσε κι ας αποτύγχανε η καλή μας Νεφέλη! Θα είχε κάνει το δικό της ταξίδι, έστω κι αν ήταν σύντομο κι άδοξο. Ακόμα κι όσοι πολεμούν ανεμόμυλους, έχουν κάποιο στόχο!

    Μπορεί να μην έδωσαν τις μεγάλες κι ηρωικές μάχες για τις οποίες ετοιμάζονταν, όμως τουλάχιστον δεν έστρεψαν το σπαθί τους στον ίδιο τους τον λαιμό! Η πρωταγωνίστρια Νεφέλη συνειδητοποιεί ότι η ίδια είναι ο δεσμοφύλακας της ψυχής της, μα δεν μπορεί να αντισταθεί στις εσωτερικές της παρορμήσεις.

    «Περιμένω τον έρωτα ή τον θάνατο; Toν θάνατο ή τον έρωτα;
    Είμαι σίγουρη τώρα πια, πως είναι το ίδιο.
    Έχω πεθάνει σε μια αίθουσα αναμονής και μου λέω ψέματα για τα πάντα.»

    Η Νεφέλη είναι ένα λουλούδι. Έχει ανάγκη από λίγο χώμα να ριζώσει. Αν δε βρει χώμα στο ανοιχτό λιβάδι, μια μικροσκοπική γλάστρα της αρκεί. Μόνο να νιώσει πως κάπου ανήκει! Έχει ανάγκη από λίγο νερό, από λίγη φροντίδα. Έχει ανάγκη από κάποιο δυνατό χέρι που θα κόψει βίαια το βλαστό της. Ακόμα κι αυτό θα το άντεχε! Θα το δεχόταν με ευγνωμοσύνη! Είναι όμως τόσο μόνη! Είναι το λουλούδι που άνθισε μόνο του και κανείς δεν το είδε. Ούτε ο ήλιος χάιδεψε τα όμορφα πέταλά του, ούτε κανείς έσκυψε να το θαυμάσει. Είναι ένα λουλούδι που μόνο του άνθισε και μόνο του μαράθηκε.

    «Δεν θα με βρεις ποτέ και το μόνο που θα έχει μείνει θα
    είναι κάποια συντρίμμια ανακατεμένα με δάκρυα λερω-
    μένα με χώμα.»

    Περίμενα σε ένα έργο που μιλάει για τον έρωτα να βρω συγκρούσεις, απογοητεύσεις, προδοσίες… Δεν υπάρχουν όμως τέτοιες αναφορές. Δεν υπάρχουν «εξωτερικά» γεγονότα. Μέσα στην ψυχή της πρωταγωνίστριας γεννιούνται κόσμοι ολόκληροι, παράλληλα σύμπαντα κι έπειτα ένα-ένα καταρρέουν. Κανείς δε μοιράζεται όσα η Νεφέλη ζει. Μέχρι το τέλος!

    «Η Νεφέλη έφυγε εκείνο το πρωί για
    πολύ μακριά. Είχαν περάσει όχι 30 ημέρες,
    αλλά 30 χρόνια…»

    Ο έρωτας, έτσι κι αλλιώς δεν κρατάει για πάντα κι ας υμνήθηκε όσο τίποτα στον κόσμο. Είναι μια φωτιά που καίει, που καταστρέφει, που ζεσταίνει, που παρηγορεί, όμως έχει αρχή μέση και τέλος, όπως κάθε ανθρώπινο δράμα. Στο βιβλίο αυτό, τη φωτιά την ανάβει μόνη της η Νεφέλη και μόνη της τη συντηρεί. Στο τέλος μόνη της γίνεται παρανάλωμα. Ίσως γιατί ήταν μια φωτιά που μέσα της γεννήθηκε και μέσα της θέριεψε κι άλλος κανείς δεν την είδε, ούτε καταδέχτηκε να την πλησιάσει, για να ζεσταθεί.

    Στο σημείο αυτό, θα μου επιτρέψει ο αναγνώστης αυτής της εργασίας και η ποιήτρια Νίκη Ταγκάλου, να παραθέσω ένα δικό μου αδημοσίευτο ποίημα που εντελώς συμπτωματικά ταιριάζει με τις παραπάνω σκέψεις. Τέτοιου είδους «διάλογοι» δε συνηθίζονται στις βιβλιοκριτικές… Ας πούμε πως το αφιερώνω στην τόσο μοναχική Νεφέλη…

    Η ανάγνωση αυτού του βιβλίου άφησε μια πολύ πικρή γεύση στα χείλη μου. Η Νίκη Ταγκάλου έχει την ικανότητα να μιλά βαθιά στην ψυχή του αναγνώστη και δε γίνεται να της κρυφτείς… Είμαι βέβαιος πως μέσα από αυτές τις σελίδες ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει δικούς του κρυφούς ανομολόγητους πόθους, παλιά ενοχικά συμπλέγματα, μα κυρίως, τη λαχτάρα για ζωή, χωρίς άλλες αναβολές…

Προσθήκη μίας αξιολόγησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nine − one =

Pin It on Pinterest

Share This